«Φο-μι-Τζιν, τι θα ‘κανες στ’ αλήθεια;»

«Το τραπέζι στο οποίο ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα απόλαυσε ένα παραδοσιακό πιάτο με βιετναμέζικα νουντλς και παγωμένη μπίρα σε ένα μικρό λαϊκό εστιατόριο του Ανόι έχει μπει σε βιτρίνα και έχει γίνει πόλος έλξης τουριστών και περαστικών» –διαβάζεις σήμερα το πρωί στο in.gr, και βλέπεις από κάτω την σχετική εικόνα όπου το μικρό λαϊκό εστιατόριο το έχει μεταβάλει σε έκθεμα.

Έξω βρέχει. Στην αγορά επικρατεί ησυχία. Κοιτάς έξω από το παράθυρο, και σκέφτεσαι τις δεκαετίες να γυρνούν σα σε καρουζέλ του Λούνα Παρκ: Τον Χο, τον στρατηγό Γκιάπ, και τους βιετκόνγκ που αθόρυβα περικύκλωναν τους περικυκλωτές τους, το βίντεο με τους τελευταίους Aμερικάνους να επιβιβάζονται στο ελικόπτερο από την ταράτσα της αμερικάνικης πρεσβείας, μέσα της δεκαετίας του ’70.

Σκέφτεσαι την επικράτηση, την επανάσταση που έγινε καθημερινότητα, για να υποταχθεί κι αυτή με την σειρά της στις δικές της αμείλικτες αναγκαιότητες, γιατί όταν φτάνει -εξάλλου- η έφοδος στον ουρανό στον πολυπόθητο προορισμό, τότε αυτός παύει να ‘ναι ουρανός: «Γιεσένιν/Μαγιακόφσκι/αδελφοί που τερματίσατε/δεν αγαπήσατε/τα ήρεμα βράδια/τον καφέ/τις συζητήσεις/δεν είχατε σε ποιόν να επιτεθείτε», έγραφε ο Μιχάλης Κατσαρός.

Έτσι και το εκεί καθεστώς, στ’ όνομα βέβαια της συνέχειάς του, γνώρισε και ακολούθησε την παγκοσμιοποίηση, «μεταμορφώθηκε στο πρόσωπο του εχθρού» για να τον αντιμετωπίσει: «Ο σύντροφος τάδε», έγραφε σ’ ένα κείμενο της Le Monde λίγους μήνες πριν, «μέλος του κόμματος που δίνει την μάχη στο μέτωπο του ενδύματος»: Ο Κομισάριος δημοσίων σχέσεων σύστηνε στον Γάλλο δημοσιογράφο τον γενικό διευθυντή αλυσσίδας 5 εργοστασίων παραγωγής της πολυεθνικής ενδυμάτων GAP. Αυτός ήταν πλέον ο «σύντροφος που δίνει την μάχη στο μέτωπο του ενδύματος».

κατ***

Ο Κάδμος για την αρχαία ελληνική μυθολογία, είναι ο ιδρυτής της Θήβας. Επέλεξε το σημείο της, ακολουθώντας μια αγελάδα που αποκόπηκε από το κοπάδι του Πελάγοντα. Εκεί που στάθηκε η αγελάδα να ξεκουραστεί, ο Κάδμος έχτισε την Ακρόπολη της Θήβας, την Καδμεία. Ο τόπος, όμως, είχε έλλειψη νερού. Οι σύντροφοι του Κάδμου έπειτα από περιπλάνηση κατάφεραν να βρουν μια πηγή, φυλάσσονταν ωστόσο από έναν δράκο που σκότωνε όποιον την προσέγγιζε. Ο δράκος τυραννούσε έτσι την πόλη, και ο Κάδμος αναγκάστηκε και πάλεψε μανιασμένα με το θηρίο,  καταφέρνοντας τελικά να το σκοτώσει. Μόλις το έκανε, στάθηκε από πάνω του για να το περιεργαστεί. Τότε μια φωνή ακούστηκε, από ψηλά να του λέει: «Γιατί, γυιέ του Αγήνορα, κοιτάς το ερπετό που σκότωσες; Κι εσύ, μια μέρα, θα πάρεις τέτοια μορφή». 

 

Advertisements

Πουρές

«Η ζωή/δεν είναι παρά μια κινούμενη σκιά, ένας κακόμοιρος ηθοποιός / Που κορδώνεται και καμαρώνει στην σκηνή / Και μετά χάνεται. Είναι μια ιστορία / Διηγούμενη από έναν ηλίθιο, όλο φασαρία και μανία / Που δεν σημαίνει τίποτε»

Σέξπηρ, Μάκβεθ.

Πέρα από την πλάκα, τις γενικούρες, τους φτηνούς κοινωνιολογισμούς και τις κοινοτυπίες.

Ο τρόπος που ζούσαμε τα τελευταία 2ο χρόνια, έχει μεταβάλει τον εγκέφαλο των ανθρώπων σε πουρέ. Η χειρότερη συνέπεια αυτής της κωλο-ζωής που κυριάρχησε κατά την ύστερη μεταπολίτευση είναι ότι έχει εξουδετερώσει κάθε συγκροτημένη συλλογιστική λειτουργία από τα μυαλά των περισσότερων ανθρώπων. Αν σε αυτή την εξίσωση προσθέσουμε και το σοκ, το μεγάλο ψυχικό τραύμα που προκάλεσε η κρίση ξέρουμε τι βγαίνει… Βαβέλ. Μια απίστευτη γαμημένη Βαβυλωνία, ένας πανζουρλισμός όπου ο καθείς υποστηρίζει ό,τι λάχει, όπως λάχει.

Και μέσα σε αυτό τον πάταγο και τον ορυμαγδό, που ταυτόχρονα γεννιέται και η ανάγκη για πολιτικοποίηση, και ενεργοποίηση των ανθρώπων αυτή η κατάσταση έρχεται και… δένει πολύ άσχημα. Γι’ αυτό και οι περισσότερες συλλογικές διαδικασίες που ενεργοποιούνται από και ενάντια στην κρίση και την κατάσταση που βιώνουμε είναι, πραγματικά, να βαράς το κεφάλι σου στον τοίχο.

Η Μαργκερίτ Γιουσενάρ, στην Άβυσσο, μας χαρίζει ορισμένες πολύ γλαφυρές σελίδες που αποτυπώνουν αυτό επακριβώς τούτο το εκρηκτικά σουρεαλιστικό μείγμα αμάθειας & απελπισίας, που βυθίζει την ανθρώπινη ζωή στο παράταιρο και το ασυνάρτητο. Το οποίο, βέβαια, υπό κατάλληλες συνθήκες και περιστάσεις (και λίγο τύχη ή μάλλον ατυχία) μπορεί να αποτελέσει την πρώτη ύλη ενός σφριγηλού ολοκληρωτισμού. Αυτή είναι η καταδίκη των δούλων μιας αποικίας -να υψώνονται άνω τους οι επικυρίαρχοι, εμφανιζόμενοι ως αποκλεστικοί κτήτορες της λογικής.

Φτάνει πια.

2014 1/12

Γερμανική Ευρώπη, Μέρκελ, Τρόικα, Στάινμαγερ, Μεταμοντέρνα κατοχή, Στουρνάρας, σκάνδαλα, Χριστόδουλος Ξηρός, Διαμαντόπουλος, Τατσόπουλος, ο Τσίπρας συνάντησε τον Πατριάρχη, ο Πατριάρχης απέδωσε πατριαρχικό τίτλο στον Μελισσανίδη που είχε να αποδοθεί από το… 1453, αυτοκτονίες…. σκατά, σκατά, σκατά, σκατά.

Τι λένε τα άστρα για το 2014; Δύο δυνάμεις ανταγωνίζονται να μας αποτελειώσουν. Η διάχυτη απελπισία, και η επελαύνουσα γελοιότητα. Πέφτουν πάνω μας, μας περιτριγυρίζουν, τρυπώνουν μέσα μας. Σαν ύαινες που λιμπίζονται το σάπιο πτώμα.

Κατ

Κάποιοι φίλοι, πήγαν τα Χριστούγεννα στην Βάγια Κάλντα. Δεν είναι χώρος αναψυχής. Είναι τόπος προσκυνήματος. Για μια λιτανεία στην Απόλυτη Ηρεμία της Αιώνιας Φύσης. Δεν τους ακολούθησα. Τώρα, που αισθάνομαι πόσο ανάγκη είχα να ζήσω, έστω και 20-30 ώρες, μέσα στην μόνωση των χιονισμένων τοπίων, πόσο θα με κρατούσε να αντέξω αυτόν τον ορυμαγδό σαν κουβαλούσα τούτην την αίσθηση μέσα μου, τραβώ τα μαλλιά μου.

Ας είναι. Το 2014 θα πορευτούμε μαζί, ξυπόλητοι πάνω στα γιγάντια κοφτερά ξυράφια του καιρού. Θα πιανόμαστε από το χέρι –και δεν θα πέσει κανείς.

Ηλιοδρόμιο

Ο Ηλίας Παπαδόπουλος, που τους παρουσίασε προχθές στο SeeSaw είπε ότι είναι ένα μουσικό σχήμα που δεν αντιλαμβάνονται την σημασία της δημιουργίας τους –ίσως, όμως, την διαισθάνονται.

Ο Γιώργος Καραμπελιάς έλεγε στο βιβλίο του 1922 Δοκίμιο για την Νεοελληνική Ιδεολογία, ότι ο μοναδικός τρόπος για να επουλώσουμε το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής, το τέλος δηλαδή του υπαρκτού ευρύτερου Ελληνισμού, της Ρωμιοσύνης, είναι να μετασχηματίσουμε το ιστορικό της απόσταγμα σ’ ένα νέο τρόπο του βίου: Σε μια ελληνικότητα του 21ου αιώνα, που απαντάει στις βασικές παραμέτρους του αδιεξόδου που βιώνει ο δυτικός μηδενισμός του εμπορεύματος –όλο το βασίλειο της παγκόσμιας κυριαρχίας της Δύσης. Μόνον έτσι, θα υπάρξει η διόδος ώστε  για να βρεί την συνέχειά του ο ελληνικός κόσμος στον αιώνα που μας έρχεται. Ειδάλλως, θα καταρρεύσουμε εντός ενός αποικιοποιημένου κρατιδίου, η ιδιοπροσωπία μας θα χαθεί μέσα στο πλήθος των νέο-δούλων που πηθικίζουν το παρηκμασμένο ανθρωπολογικό πρότυπο της Δύσης, ενώ λίγοι γραφικοί θα περιφέρουν την παράδοσή μας, νεκρή και εγκιβωτισμένοι, όπως σήμερα το περίφημο πνεύμα των Ολυμπιακών Αγώνων, που αποτελεί ένα εμπορευματοποιημένο και άκρως διεθνοποιημένο κουφάρι πολιτισμού.

Ακούγοντας την ηχητική πανδαισία από το κανονάκι του Βασίλη Ζιγκερίδη, το καβάλι της Στέλλας Καμπουρίδου, το Λαούτο του Ηλία Σαρηγιαννίδη (που κάνει και τις συνθέσεις), τα κρουστά του Νίκου Βαρελά, το βιολί αλλά κυρίως το δωρικό ύφος του Γιάννη Διονυσίου, σκέφτομαι πως οι «Ηλιοδρόμιο» αυτό ακριβώς που «δεν έχουν καταλάβει», αλλά «το διαισθάνονται» είναι ότι με τις συνθέσεις τους έχουν ιχνηλατήσει ένα μουσικό μονοπάτι προς τον ελληνισμό του 21ου αιώνα.

Διότι αυτό που ακούς, ενσωματώνει πολλές πτυχές της μουσικής μας παράδοσης, επενδύεται με μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής ποιητικής δημιουργίας των 3.000 χρόνων, από την Σαπφώ  μέχρι τον Σολωμό κι από εκεί την Πολυδούρη και τον Ελύτη. Και ταυτόχρονα φαντάζει τόσο σύγχρονο και μάλιστα «μετα-ψυχεδελικό»…

Κι αυτό δίχως το άκουσμα να χάνει το βάθος του –πράγμα που διακρίνει τις δημιουργίες των «Ηλιοδρόμιο», από ό,τι ονομάζεται Έντεχνο (μπλιάχχχχ). Αυτό το στυλ, κυρίαρχο στα χρόνια της παντοδυναμίας του στείρου και παράσιτου νεοέλληνα, που ακόμα και στις καλύτερες του στιγμές δεν παύει να αποτελεί ένα κολάζ αναπαραγωγών και επαναλήψεων, το οποίο καταλήγει να υποβιβάζει την δημιουργία στο επίπεδο ενός «έθνικ» ή «φούζιον» ή «ροκ»», τζιβάτου «μάνου τσάο» εμπορεύματος.

Φορκόνι, δηλαδή «το δίκρανο»

Ανησυχούν εκεί στην Αυγή (Τετάρτη 11/12/13, Πέτρος Καραΐσκάκης-Ιάσωνας Παναγιωτόπουλος) για την θεαματική ανάπτυξη του κινήματος Forconi στην Ιταλία, το οποίο έχει βγει στους δρόμους, κάνει πάταγο, και καλεί σε γενικευμένη επανάσταση.

Το Forconi, που μετονομάστηκε πρόσφατα στο κίνημα-ομπρέλα της 9ης Δεκεμβρίου, μονοπωλεί τον τελευταίο καιρό στην έκφραση της αγανάκτησης του ιταλικού λαού –όντας ένα κίνημα πληβειακό μα προερχόμενο από την άκρα δεξιά: Την Casa Pound (ας τους πούμε αυτόνομους εθνικιστές, γνωστοί για μια κατάληψη που διατηρούν στη Ρώμη και της έχουν δώσει το όνομα του Έζρα Πάουντ), τη Forza Nuova (ξεσκολισμένοι φασίστες) και τους οπαδούς της Λάτσιο. Το κίνημα ξεκίνησε από την Σικελία, ως πρωτοβουλία φορτηγατζήδων και αγροτών. Εξαπλώθηκε από εκεί σε όλην την χώρα, και οργανώνει μαζικότατες κινητοποιήσεις ενάντια στον προϋπολογισμό ακραίας λιτότητας της κυβέρνησης Λέτα.

Έχει αναφερθεί πολλάκις, σε βαθμό που κουράζει η επανάληψη, για τους κυριότερους λόγους που αναπτύσσεται ένα τέτοιο φαινόμενο: Ότι δηλαδή οι δυνάμεις που προέρχονται από την αριστερά είναι κουρασμένες, γερασμένες, εγκλωβισμένες στην μεσοστρωματική τους αναφορά και ενσωματωμένες –ενώ η υπόθεση των πληβείων τείνει να περάσει στα χέρια της άκρας δεξιάς.

Συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη, συμβαίνει στην Ιταλία όπου σχεδόν σύμπασα η αριστερά (με εξαιρέσεις σαν τον Κονστάντζο Πρέβε που χάσαμε πρόσφατα) προσχώρησε, ένα μεγάλο κομμάτι της όχι μόνον ιδεολογικά, στην ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης: Από την Ελία στο φιλαράκι του Γιόσκα Φίσερ, Τόνι Νέγκρι, και τον Φαούστο Μπερτινόττι, που ως μια καρικατούρα του Φάουστ πούλησε την ψυχή του στην τελευταία κυβέρνηση συνεργασίας της κεντροαριστεράς, και από τότε βολοδέρνει στο δημοσκοπικό και εκλογικό ελάχιστο.

Πτυχές του επιβεβαιώνονται διαρκώς από ενδείξεις στην χώρα μας. Δύο από τις τελευταίες, η μία αφορά στην ταξική σύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ έτσι όπως αυτή διαφάνηκε από ανάλυση του κοινωνικού προφίλ των μελών που συμμετείχαν στο συνέδριό του, όπου επαναλαμβάνεται ο πανευρωπαϊκός κανόνας: Είναι ως επί το πλείστον 50άρηδες, ευκατάστατοι και μορφωμένοι.

Η δεύτερη, ο πρόσφατος διάλογος μεταξύ των στελεχών του, πάνω στη σχέση αριστεράς και πατριωτισμού. Σε αυτόν, οι φωνές που προέρχονταν από μερίδες που ανήκουν πιο «οργανικά» στην ιστορική ραχοκοκκαλιά του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης (του ΣΥΝ), αυτών που σε μεγάλο βαθμό διατηρούν τον πρώτο λόγο στα τεκταινόμενα στο εσωτερικό του, υπήρξαν άκρως απογοητευτικές: Κουβέντιαζαν για το έθνος, την πατρίδα, για την χώρα που θέλουν να κυβερνήσουν εντέλει, με το ύφος ευρωπαίου αριστοκράτη φυσιοδίφη που μελετάει κάποιο εξωτικό έντομο στις αποικίες. Και με μια φρασεολογία, που κλίνει σε όλες τις δυνατές κλίσεις την λέξη «αριστερά» και που υποδηλώνει μια αντίληψη για τον πολιτικό χώρο τους ως γκέτο, μόνο και μόνο για να μην έχουμε αμφιβολία ό,τι θεωρούν πως είναι κάτι άλλο από το λαϊκό σώμα του ελληνικού κόσμου που δίνει την ύστατη μάχη επιβίωσής του.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να επαναλάβουμε την επιχειρηματολογία περί της οργανικής σχέσης πληβείων, ταυτότητας, έθνους, του κοινωνικού αγώνα ως αγώνα για την υπεράσπιση και την αποκατάσταση των βωμών και των εστιών αυτού του τόπου. Μάλλον ντρεπόμαστε που μένουμε στα αυτονόητα.

Το ότι κάποιοι δεν τα καταλαβαίνουν, αποτελεί μεταξύ άλλων σύμπτωμα μιας ευρύτερης πραγματικότητας: Οι άνθρωποι επιμένουν να ζουν στον 20ο αιώνα, ενώ ήδη έχουμε περάσει στον 21ο, και κουβαλούν μαζί τους όλες τις αγκυλώσεις και τα αδιέξοδα μιας πολιτικής δύναμης που σφράγισε μια εποχή, αλλά που εξαντλήθηκε και ενσωματώθηκε ως κατεστημένη δύναμη: Ιστορικά, πώς να το κάνουμε, αυτή είναι η αριστερά που επικαλούνται: Γι’ αυτό εξ άλλου έχει χάσει και το έσχατο στήριγμά της –το ηθικό προβάδισμα που διατηρούσε μέχρι να τσακιστεί στα βράχια των δεκαετιών του 1980 και του 1990.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι μαζί με αυτούς χάνονται τα χειραφετησιακά κινήματα γενικά, ότι δηλαδή εξαντλούνται ή καθίστανται ανεπίκαιρα. Κάθε άλλο.

Στην Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, στην οποία τόσο αρέσκονται να αναφέρονται –τη μόνη ήπειρο στην οποία εκείνο που κωδικοποιούν με τον όρο «αριστερά» στέκεται στα πόδια του– τα κινήματα όχι μόνο είναι ζωντανά, αλλά παλεύουν, και αρκετές φορές νικάνε, μάλιστα, εκφράζοντας την αγωνία και τον πόνο των λαών, μετασχηματίζοντάς τον σε πρόταση ζωής και αλλαγής της κοινωνίας.

Μόνο που για να το κάνουν αυτό, ένοιωσαν βαθιά, πήραν μεγάλο μάθημα, και άλλαξαν από την εμπειρία της τραγικής αποτυχίας των κινημάτων του 20ου αιώνα. Γι’ αυτό πλέον είναι άλλο πράγμα. Παρέμειναν «αριστερά», γιατί ακριβώς έπαψαν να είναι αριστερά με τους όρους του 20ου αιώνα: Στηρίχτηκαν στις εθνικές/εθνοτικές ταυτότητες, ανέδειξαν τις κοινοτικές σχέσεις, μεταξύ άλλων και της οικογένειας, επέστρεψαν στις αξίες της μητρότητας, επανεφηύραν τις παραδόσεις τους, στηρίχτηκαν αποφασιστικά στην ιθαγενική μεταφυσική αλλά και στον χριστιανισμό της θεολογίας της απελευθέρωσης.

Όχι, δεν «μολύνθηκαν» με τον ιό της άκρας δεξιάς όπως φοβούνται οι αριστεροί και αντιεξουσιαστές της Ελλάδας. Αντίθετα, βάσει αυτών ξαναέστησαν την επαναστατική θεωρία, τον λόγο περί επανάστασης στα πόδια του, από εκεί που είχε μείνει τάβλα από την ματαίωση των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα.

Για παράδειγμα, ο Ραούλ Ζιμπέκι, στο τελευταίο του βιβλίο Αντιστεκόμενοι Τόποι: Μια χαρτογραφία των κινημάτων της Λατινικής Αμερικής αναπτύσσει το εξής σχήμα: Το προνομιακό πεδίο αντίστασης, σήμερα, δεν είναι σ’ εκείνους τους κοινωνικούς τόπους όπου εξελίχθηκε περισσότερο η παγκοσμιοποίηση και ο σαρωτικός εκσυγχρονισμός της κοινωνίας. Αυτοί είναι «μολυσμένοι», «τοξικοί» από τον καθολικό μηδενισμό του συστήματος και άρα απρόσφοροι για την ανάπτυξη των αντιστάσεων. Γι’ αυτό και πρέπει να καταδυθούμε στην «περιφέρεια» όπου επιβιώνουν ακόμα υγιείς, σε μεγάλο βαθμό προκαπιταλιστικές σχέσεις εκεί όπου υπάρχουν ακόμα άνθρωποι με ταυτότητα, συλλογικότητα, αλληλεγγύη, με πρόσωπο –και άρα μπορούν να αντισταθούν. Αλλού, μπορούμε να βρούμε όχι αποκλειστικά, αλλά κυρίως πτωχευμένες εμπορευματικές μονάδες. Και άρα, νυξ.

Μαζί με αυτό, κολλάει και μια νέα αντίληψη για την επανάσταση. Η Επανάσταση, λένε, δεν είναι μια πράξη σαρωτικού μετασχηματισμού, εφεύρεσης εκ του μηδενός ενός νέου κόσμου. Αυτή η αντίληψη, των «μεγάλων μετασχηματισμών» ανήκει στο φαντασιακό του καπιταλισμού, λένε, και οδηγεί στην βίαιη αλλαγή της κοινωνίας, δηλαδή ασκεί τον ολοκληρωτισμό της κοινωνικής μηχανικής –όμοιο με τον ολοκληρωτισμό της αγοράς. Αντίθετα, βλέπουν την επαναστατική διαδικασία ως πράξη επαναρρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων, η οποία φέρνει στην επιφάνεια, και σε προβάδισμα, τους υπόγειους κόσμους της δημοκρατίας και της ανταπόδοσης που ήδη υφίστανται στην κοινωνία, στις παραδόσεις και στην ταυτότητα των ανθρώπων. Πρόκειται, για επανεφεύρεση και όχι για παρθενογένεση, για μιαν αντίληψη που βρίσκεται πολύ κοντά, αν δεν ταυτίζεται, με το νόημα που κρύβει η ελληνική ετυμολογική ανάλυση της επανάστασης: Ξανασηκώνομαι.

Το γεγονός αυτό, τους έχει επιτρέψει να αποτινάξουν το άγος του ολοκληρωτισμού, την χίμαιρα του «νέου ανθρώπου» η οποία σκότωσε στα τέλη του 20ου αιώνα την παλιά υπόθεση της επανάστασης. Και άρα να λειτουργήσουν ξανά μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες, δίχως να περιορίζονται σ’ έναν ρόλο θλιβερής διαχείρισης της υπάρχουσας μιζέριας.

Να μην καταντήσουν δηλαδή, για να το γειώσουμε και στα δικά μας, ούτε ντροπή σαν την ΔΗΜΑΡ, ούτε κυβερνώσα βαβέλ σαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά να βουτήξουν στον κόσμο των πληβείων –τον οποίο η ευρωπαϊκή αριστερά έχει εγκαταλείψει– και να αναβαπτιστούν ξανά μέσα σε αυτόν. Το ζήτημα δεν είναι «επικοινωνιακό», ούτε καν μόνο «ιδεολογικό». Είναι ζήτημα ανάστασης, ανανέωσης ενός οράματος για ένα δικαιότερο κόσμο μέσα στην ίδια την πραγματικότητα των λαών.

Δίχως αυτό, δεν υπάρχει τρόπος να διαθέτει κανείς ούτε όραμα, ούτε εργαλεία για να αναλύσει το πώς διεξάγεται η σύγχρονη κοινωνική πάλη, ούτε έναν μπούσουλα για το πώς θα αλλάξει την κατάσταση. Διότι δεν είναι ζήτημα ότι «αυτά τα πράγματα» μας τελειώσανε –πράγμα που υποστηρίζει σήμερα ο Μπίστης και η Ρεπούση. Αντίθετα υπάρχουν, εξελίσσονται, και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους για τους οποίους συζητούμε, τείνουν να αποτελέσουν προνομιακό πεδίο της άκρας δεξιάς.

[Τι θέλω να πω… Για να το κάνω και λιανά… Πριν από καμιά, μιάμιση βδομάδα, ο Νικόλας Σεβαστάκης έγραψε ένα κριτικό σημείωμα εναντίον του Ιταλού φιλοσόφου Τζιόρτζιο Αγκαμπέν, υποστηρίζοντας ότι η μονόπαντη επίθεση στην ‘τραπεζοκρατία’ είναι επικίνδυνη, καθώς δεν παίρνει αποστάσεις από τον αντίστοιχο καταγγελτικό λόγο που αναπτύσσει η άκρα δεξιά περί ‘δικτατορίας των τοκογλύφων’ και άρα έτσι δημιουργεί ‘συγχύσεις’ (και καταλήγει να νομιμοποιεί) τον λόγο της… Μα, η πολιτική, πράγμα που πιστεύω πως θα έπρεπε να το γνωρίζει κάποιος σαν τον Ν. Σεβαστάκη, δεν είναι ένα παιχνίδι σαν τις μουσικές καρέκλες: Δεν έχει να κάνει μόνο με το ποιός λέει τι, κι άρα αν αυτοί πούνε «Α» εμείς πρέπει να πούμε «Β» ή «Α+1». Τούτο συνιστά μια επικίνδυνη διολίσθηση σε μιαν αντίληψη μεταμοντέρνα, που βλέπει την πολιτική διαπάλη ως ‘πόλεμο αφηγήσεων’ οι οποίες συγκροτούνται ‘στον ουρανό των καθαρών εννοιών’. Σημασία έχει, ποιά είναι η πραγματικότητα του πληβείου σήμερα, και αν κάποιος ταυτίζεται μαζί της , δηλαδή ποιός πραγματικά είναι ο ζυγός που υπομένει και πως θα πρέπει να τον αποτινάξει. Από αυτό κρίνεται το τι θα πούμε εμείς, και δεν πάνε να λένε οι άλλοι ό,τι θέλουν. Και βέβαια, η διαφορά υπάρχει σαφώς, καθώς σημασία έχει από εκεί και πέρα ΠΟΙΟΣ το λέει, και βεβαίως, τι επιπλέον μας λέει. Δηλαδή, αφού προσδιορίσει κανείς τον αντίπαλο, βεβαίως και έχει σημασία να εξηγήσει ότι το πρόβλημα δεν είναι η ‘αόρατη παγκόσμια τοκογλυφία’, μια ανάλυση που λειτουργεί υπέρ της άκρας δεξιάς, και λειτουργεί συγκαλύπτοντας τους πραγματικούς δρώντες επικυρίαρχους (δηλ. τις άρχουσες τάξεις) και τις ευθύνες τους, πίσω από ένα σκοτεινό συνομωσιολογικό πέπλο. Αλλά αυτό είναι προθύστερο. Όταν αρνείσαι ότι η κύρια (όχι η αποκλειστική, η κύρια) αντίθεση αφορά στην καθολική υποδούλωση των φτωχών με εργαλείο τον μηχανισμού του χρέους, όταν βάζεις σε αυτήν την πραγματικότητα αστερίσκους για να μην ‘σε συγχύσουν’, τότε σημαίνει επί της ουσίας ότι μετακινήσαι προς το ‘κέντρο’. Γιατί μετριάζεις την επίθεση, απαλύνεις τις γωνίες, δημιουργείς άλλου τύπου ‘συγχύσεις’, αυτή τη φορά ως προς τους επικυρίαρχους. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η σύγκρουση με την άκρα δεξιά θα παιχτεί εντός του κοινωνικού μετώπου της καταγγελίας των άρχουσων τάξεων για το ποιός θα έχει την ηγεμονία, δεν μπορεί να γίνει εντός εκτός και επί τα αυτά. 

Τώρα, το γιατί δεν γίνεται αντιληπτό κάτι τέτοιο… Γιατί έχουν μπλοκάρει τα εργαλεία ανάλυσης της κοινωνικής πάλης, έχουν αχρηστευθεί γιατί είναι ξεπερασμένα. Καθώς, όταν η ανάλυση επί του πραγματικού σε βγάζει σε άτοπο ακριβώς γιατί ακολουθείς την λογική των κινημάτων του 2οου αιώνα, που έχει εξαντληθεί, δεν σου έχει απομείνει τίποτα άλλο παρά να διολισθαίνεις στις μεταμοντέρνες τυφλόμυγες του ‘ποιός-είπε-τι’. Όταν δεν δέχεσαι, ότι η σύγχρονη πραγματικότητα συμπυκνώνει το ταξικό, το ταυτοτικό, το υπαρξιακό και άρα το εθνικό, την παράδοση κ.ο.κ., δεν ‘πέφτεις απλά έξω’ – το σημαντικότερο, έχεις αχρηστεύσει τα εργαλεία ερμηνείας και κατανόησης της ίδιας της κοινωνικής πάλης και άρα εξαναγκάζεσαι να μπεις σε λογικές της πολιτικής ως θέατρο σκιών].

Άρα…

Ή με τα κινήματα του 21ου αιώνα, λοιπόν, που έχουν «όνομα, σώμα, και θρησκεία», ή δημοσιογραφούντες των πληβειακών κινημάτων της άκρας δεξιάς.

Να μην ζήσουμε σαν δούλοι

Φωτογραφία, Κέντρο των Αθηνών (Σταδίου, ίσως), Η Ελλάδα στα χρόνια των Μνημονίων. Δεν θέλω να σχολιάσω την θιλιβερή φωτογραφική αντίστιξη. Θέλω να σχολιάσω το σύνθημα αυτό καθαυτό. Ένα σύνθημα που μου αρέσει ιδιαίτερα, μου θυμίζει μια εκμοντερνισμένη εκδοχή του ‘κάλλιο μιας ώρας…’ του Ρήγα. Κι έτσι θα ‘πρεπε να είναι. Όμως, οι συγγραφείς του, αρνούνται τούτην την παράδοση. Αρνούνται κάθε παράδση. Εξ ου και το σήμα του κενού που επέλεξαν να συνοδέψουν την κραυγή τους. Διότι, θεωρούν, πως κάθε ταυτότητα (άρα και η δική τους, ελληνική ταυτότητα) είναι καταναγκασμός. Και άρα το πρόταγμα είναι το κενό, το μηδέν. Έχω ξαναμιλήσει δεκάδες, και δεκάδες φορές για την σφαλερότητα, και την βαθιά αντιδραστικότητα αντιλήψεων του τύπου ‘πατρίδα είναι τα παιδικά μου χρόνια’. Το πως στην ουσία τους αποτελούν νόθα τέκνα της παντοδυναμίας του κεφαλαίου πάνω στην ανθρώπινη συνείδηση.

Εδώ, αυτή η ανεπαίσθητη, αλλά καθοριστική αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας εκδηλώνεται ως μια τεράστια αντίφαση: Απ’ τη μία, «να μην ζήσουμε σαν δούλοι». Και από κάτω, το κενό ως πρόταγμα: Να ζήσουμε χωρίς Ιστορία, Πατρίδα, Μνήμη, Ταυτότητα, δηλαδή να ζήσουμε σαν δούλοι. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε τι έλεγε γι’ αυτούς ο Γκύ Ντεμπόρ στα Σχόλια Πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος (1985).

[…] Το άτομο, που έχει σημαδευτεί βαθύτερα από οποιοδήποτε άλλο στοιχεία της εμπειρίας του, από αυτή την εκπτωχευμένη θεαματική σκέψη, θέτει εξ αρχής εαυτόν στην υπηρεσία της καθεστηκυίας τάξης, ακόμα και όταν υποκειμενικά μπορεί να είχε την εντελώς αντίθετη πρόθεση. Στην πραγματικότητα, θα υιοθετήσει την γλώσσα του θεάματος, διότι είναι η μοναδική με την οποία είναι εξοικιωμένος* η μοναδική με την οποία έμαθε να ομιλεί. Δίχως αμφιβολία, θα επιθυμούσε να θεωρείται εχθρός της ρητορικής της –αλλά θα χρησιμοποιήσει το συντακτικό της. Τούτη είναι μια από τις πιο σημαντικές διαστάσεις της επιτυχίας που διακρίνει την κυριαρχία του θεάματος.

Guy Debord, Comments on the Society of the Spectacle, Verso, Λονδίνο 1998, σελ. 14

17η / 18η Νοέμβρη. Στιγμιότυπα

17/11 – Έξι με εννιά το απόγευμα: Στην ερεβώδη παράσταση της απύθμενης βλακείας

Πορεία. 3.000 νοματαίοι, κι αν. Αυτό που λέμε επέτειος με το στανιό. Στο μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων. Κατεβαίνουμε την Εθνικής Αμύνης. Κάποιοι βλαμμένοι αναρχοθολούρες με ύφος μονομαχίας στο Ελ Πάσο φωνάζουν:  «Μίσος ταξικό, ξεφτίλες πατριώτες». Είναι τύποι σαν και τους άλλους, που έστησαν πρόσφατα κάποιο αυτόνομο μαγαζάκι σε μια σχολή, και βγάλαν αφίσα με τίτλο «για την πάρτη μας, και την τάξη μας». Αν μη τι άλλο είναι ειλικρινείς: Μεσοαστοί, βολεμένοι, αντιγυρίζουνε αυθάδικα το μεσαίο τους δάκτυλο σ’ ένα σύστημα που τους κανάκεψε ως άδοξους μπάσταρδους. Σε απόλυτη αντίθεση με όσα ισχυρίζονται αυτοί, δεν διαθέτουν καμία μνήμη και ταυτότητα, είναι σχιζομητροπολιτάνοι, που έχουν για πατρίδα τους τα παιδικά τους χρόνια. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αναθρεμμένοι και άρτια εκπαιδευμένοι στο να ταυτίζουν τα όρια του σύμπαντος σε εκείνα της πάρτης τους, προσανατολίζουν όλη την πολιτική τους ενεργητικότητα στο να στήσουν ένα τεράστιο μνημείο στον εαυτό τους όπου και θα τον λατρεύουν –μα επιτέλους πόσο υπέροχος, κι επαναστάτης είναι!

Αυτή η γενιά, κομμάτι και από την δικιά μου γενιά, γεννήθηκε από μια συνάντηση. Από τη μία, των μετασχηματισμών της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας, που έθεσε την νεότητα και τις ιδιότητές της στο θεαματικό της επίκεντρο. Δηλαδή, την μετέβαλε σε προϊόν στάσης ζωής (λάιφ στάιλ), θέτοντας ορισμένες τις πτυχές (αμφισβήτηση, αυθορμητισμός) στο επίκεντρο της «ηθικής» (της ποιάς;  Ας γελάσουμε…) της. Αυτή η τάση, κοινή σε όλες τις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες διασταυρώθηκε με τα πανάρχαια ατομικιστικά σύνδρομα της δικής μας παράδοσης, και γέννησε έναν ιδιότυπο ελληνικό παιδοκεντρισμό. Σ’ ένα περιβάλλον ανήθικο, εύκολου πλουτισμού, και γενικευμένης αρπαχτής, αυτός ο παιδοκεντρισμός θα γεννήσει τέρατα –θα τσογλανοποιήσει συλλήβδην τις νεώτερες γενιές, και την δικηά μου. Κομμάτι αυτής της τσογλανοποίησης, είναι και τούτη η «νέα αυτονομία» που θέλει να παρουσιάζεται ως αντιεξουσιαστική, στην ουσία της όμως θηλάζει τις ιδεολογικές της τοξίνες από το ίδιο σύστημα  το οποίο καταγγέλλει: Κατά βάθος, απλά θέλει να κυριαρχήσει εντός του, να μεταβληθεί στο επίκεντρο, και να κάνει το ‘κομμάτι του’ σαν κουντουρντισμένο νήπιο που σκούζει στη μέση του σαλονιού.

Κάποτε, περιμέναμε ότι η κρίση θα συνετίσει τον νεοέλληνα «άδοξο μπάσταρδο». Η αλήθεια είναι ότι περιόρισε κατά πως την κυριαρχία του, κυρίως έκοψε την ολοένα και διευρυνόμενη αναπαραγωγή του. Ωστόσο, στον σκληρό πυρήνα της επικράτειάς του, πυροδότησε ένα κλίμα μαζικής υστερίας. Κοινώς, αυτοί που είναι τείνουν να γίνουν περισσότερο τσόγλανοι.

Έτσι βγήκανε, και στην προχτεσινή πορεία, και πιθήκιζαν ένα κάρο ασχήμιες, για να μας δείξουν ότι υπάρχουν, κι ότι είναι αποφασισμένοι. Από πίσω, ένα πλήθος, νεώτερων, που δεν έχουν μυηθεί ακόμα στις τελετουργίες τούτης της φυλής –που μάλλον ακόμα δεν έχουν μυηθεί στις τελετουργίες οποιασδήποτε φυλής, απλώς επαναλάμβαναν: «Μίσος ταξικό, ξεφτίλες πατριώτες…»… Προσπαθήσαμε να τους τρολλάρουμε όπως μπορούσαμε, δεν φωνάξαμε (πως θα μπορούσαμε άλλωστε;), αλλά τους αντιγυρίσαμε από κοντά: «Μίσος ταξικό, ξεφτίλα Βελουχιώτη» για να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι με τη μαλακία που φωνάζουν, δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο από το να βρίζουν και να εναντιώνονται στους ίδιους τους επαναστάτες, και τους κατατρεγμένους. Ότι αυτοί που στην πραγματικότητα επιδεικνύουν «ταξικό μίσος» στους πατριώτες, είναι οι άρχουσες τάξεις αυτού του τόπου «που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιά τους» καταπώς είπε και ο Άρης στον Λόγο της Λαμίας, τους «ιμπεριαλιστές που αποικιοποιούν τον ίδιον τους τον τόπο» που ‘λεγε και ο Νίκος Ψυρούκης. Κανένα αποτέλεσμα. Ωστόσο το παράδοξο δεν συνίστατο στην αποτυχία μας. Εξάλλου, ένας κόσμος που ‘χει ανατραφεί δίχως Λόγο, δεν παίρνει από λόγια. Το παράδοξο ήρθε, όταν ακολούθησε το επόμενο σύνθημα: «Λαέ, θυμήσου, το χώμα που πατάς, Λευτέρωσε ο Άρης και ο ΕΑΜ Ελλάς». Σοκ. Οι ίδιοι άνθρωποι φωνάζουν το αυτό και το αντίθετο. Οι ίδιοι άνθρωποι φάσκουν και αντιφάσκουν. Διότι απλά δεν ακούν, και δεν σκέφτονται: Φωνάζουν. Η οικειοποίηση και η αναπαραγωγή των συνθημάτων δεν υπόκειται σε καμιά λογική διαμεσολάβηση. Το κριτήριο είναι ηχητικό: Να κάνει ρίμα και να ακούγεται γαμάτο (σύμφωνα με την κυρίαρχη, χιπ χοπ μενταλιτέ). Να ‘ναι ένα καλό σάουντρακ, που συνοδεύεται με το κατάλληλο σκηνικό (η τράπεζα που καίγεται σας χαιρετά) και την αντίστοιχη γκάνκστα ενδυματολογία (μαύρα στρατιωτικά, χούντις, κασκόλ).

Καταλάβαμε έκπληκτοι ότι πρόκειται για σκηνοθεσία, μάλλον για την εισαγωγή σε κάποιο βίντεο κλίπ, τη στιγμή που περάσαμε το συντριβάνι, και αφήσαμε το δομημένο πολεοδομικό συνεχές του κέντρου για να πορευτούμε προς το (φτου ξελευτερία!) άσυλο του πανεπιστημίου: Τότε περιφρούρηση με την σοβαρότητα που αρμόζει στην στιγμή, κραδαίνοντας τα καδρόνια με τις κόκκινες σημαίες ούρλιαξε «αλυσίδες σύντροφοι!», και αμέσως η μάζα του κόσμου αναδιπλώθηκε σε κορδόνια: Δίχως να φαίνεται ούτε ένας (αριθμός, ένας) μπάτσος στον ορίζοντα, μέσα στα σκοτάδια της Εγνατίας, στο σημείο μεταξύ της ΔΕΘ και της Θεολογικής. Γεγονός, βέβαια, που δεν απέτρεψε τους μπόμπιρες της περιφρούρησης να πραγματοποιούν σποραδικά μανούβρες ετοιμότητας, δοκιμάζοντας την συνοχή των γραμμών τους. Όχι μόνο τότε, αλλά καθ όλη την διάρκεια της διαδήλωσης.

…Και στην Τσιμισκή, οπόταν, οι θαρραλλέοι αυτόνομοι, μοναχικοί καβαλλάρηδες, μαχητές, στέκονταν περήφανοι έξω από τις αλυσίδες με τα καδρόνια, και γράφανε ουρανομήκεις μαλακίες –τάχα εξυπνάδες της δικής τους καταναλωτικής φυλής [λάιφστάιλ]– σε μαύρα στόρια, με μαύρο σπρεϋ.

Δίπλα, ένα ζευγάρι πενηντάρηδων αριστερών, σε απόλυτη ιδεολογική άνοια –κάτι σαν την Θεοπούλα της ηλίθιας σειράς του Τοπουζίδη  θαύμαζε: «Αχ! Τα νιάτα!»

Απύθμενη βλακεία, που δίνει απόσταση από την τραγωδία: Κλαυσίγελος.

19/11 (βαθιά) Τούμπα, 12.30 π.μ.

Σε είδα τα πρώτα λεπτά της Τρίτης σε κάποιο σουβλατζίδικο στην Τούμπα. Είχες ντυθεί στην τρίχα. Ήσουν βαμμένη. Μασουλούσες ένα σάντουϊτς.

Βγήκες ραντεβού. Εκείνος, σε πήγε στην καφετέρια και μετά στο… Γυράδικο. Ποια γαμημένη διαστροφή ρομαντισμού να ωθεί κάποιον να βγεί με την κοπέλα του ραντεβού σ’ ένα γυράδικο με λαμέ διακόσμηση, όπου η σούβλα με τον παραγεμισμένο, ντοπαρισμένο κρέας γυρνάει στη μέση σαν την ντίσκο μπάλα;

Έφαγε, και τώρα παίζει με το κινητό του.

Εσύ αποστρέφεις το βλέμμα προς το παράθυρο και κοιτάς σα να θέλεις να δραπετεύσεις.

Μετά ίσως πάτε σπίτι…

Είδα στο βλέμμα σου την πεζότητα μιας ζωής της Τούμπας, που θα περάσει σα θητεία μέσα στις καφετέριες και τα γυράδικα. Εσύ σε όλη σου τη ζωή θα μασάς σιωπηλή, θα γίνεις διαδοχικά φίλη, γκόμενα, μητέρα. Αυτός σε όλη του τη ζωή θα κοιτάει αλλού, θα γίνει διαδοχικά κολλητός, γκόμενος, σύζυγος. Θα κρατάει κινητό, ταμπλέτα, την επόμενη τεχνολογική μαλακία του εξελικτικού μας θαύματος.

Στην ενδοχώρα των Θεσσαλονικιών μεσοαστικών προαστίων. Στους βούρκους από τσιμέντο. Όπου τα πράγματα είναι πάντοτε όπως τα αφήνεις. Ατάραχα, σα σε νεκρή φύση.

Πολυτεχνείο, 40 χρόνια μετά: Ιστορική αναθεώρηση, φετιχοποίηση, εξουδετέρωση.-

Συχνά, αναρωτιόμαστε πως σκατά ανέχτηκε η ελληνική κοινωνία επί επταετίας τύπους σαν τον Παπαδόπουλο και τον Παττακό. Πώς η εξέγερση του Πολυτεχνείου κατεστάλη, και μετά χρειάστηκε η εισβολή και η κατοχή της Κύπρου, δηλαδή ο βίαιος ακρωτηριασμός του εθνικού μας Σώματος, για να πάψει η δικτατορία.

Αυτή η διάσταση της σύγχρονης ιστορίας μας, ότι δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού επέδειξε μια ασυνήθιστη για την αντιστασιακή του φυσιογνωμία καρτερία κατά τα χρόνια της δικτατορίας, είναι που επανέρχεται και θέτει αμείλικτα ερωτήματα στις σημερινές συνθήκες.

Γιατί επί τετραετίας ανεχόμαστε τόσο σιωπηρά τα ακραία βάσανα που μας υποβάλει η Γερμανική Ευρώπη και οι εθελόδουλες ελληνικές κυβερνήσεις; Γιατί, τόσον καιρό, υπομένουμε τις ασχήμιες ενός πολιτικού κόσμου ο οποίος ακόμα και στις πιο αντιπολιτευόμενές του εκδοχές δεν πείθει για τίποτα άλλο πέρα από το ότι αναλίσκεται σε ‘ασκήσεις ετοιμότητας’ ώστε να πραγματοποιήσει με τη σειρά του μια άνευ οράματος διαχειριστική διακυβέρνηση, αφού και όταν τα χειρότερα θα έχουν συντελεστεί γι’ αυτόν τον τόπο;

Το «χούντα τότε και τώρα», ξέρετε, ως σχήμα ερμηνείας μιαν αναπόφευκτη συνέχεια: «Ησυχία τότε και τώρα».

Βεβαίως, σήμερα έχουμε Πολυτεχνείο. Και πρέπει να εορτάσουμε την επέτειο της εξέγερσης ενάντια στους δικτάτορες. Μόνο που έχουμε φροντίσει, όχι μόνον οι της εξουσίας Χρύσανθοι, αλλά οι κυριότεροι φορείς που αξιώνουν ‘συνέχεια’ με τους αγώνες του Πολυτεχνείου, εντός και εκτός των συστημικών τειχών, να τους βαλσαμώσουμε. Πως; Μα βγάζοντάς τους παντελώς έξω από το ιστορικό-πολιτικό-κοινωνικό τους συγκείμενο και προβάλλοντας την δική μας, σύγχρονη πολιτική ιδιοσυγκρασία επάνω τους, συχνά πλαστογραφόντας το ίδιο το μήνυμά τους.


Αφίσα της ΑΝΤΑΡΣΥΑΣ για τα 40χρονα της Εξέγερσης.
Που πήγαν οι ελληνικές σημαίες του Πολυτεχνείου (οεο;) vol.1

Έτσι, για παράδειγμα, η παρέμβαση του Χρύσανθου Λαζαρίδη εμφανίζει το Πολυτεχνείο, ως εμπειρία-γεννήτωρ ηθικών αρχών και αξιών, οι οποίες θα τον οδηγήσουν μετά τριών δεκαετιών στο να διατυπώσει τις βασικές κατευθύνσεις της… ‘ριζοσπαστικής διακυβέρνησης’ Σαμαρά! Αυτό, όμως, είναι ελάχιστο, ακριβώς γιατί είναι τόσο τραβηγμένο που όλοι αντιλαμβάνονται το θλιβερό γεγονός ενός ανθρώπου βυθισμένου σε ηθικά και αξιακά τάρταρα, που εκθέτει προς πώληση τα τελευταία ‘ασημικά’ της νιότης του.

Η ίδια τάση, ωστόσο, επιβεβαιώνεται και σ’ ένα μεγάλο κομμάτι εκείνων που γιορτάζουν στους δρόμους την επέτειο. Διαβάζοντας τις αφίσες τους, και ακούγοντας αυτά που έχουν να πούνε για το Πολυτεχνείο σήμερα,  κανείς εισπράττει ένα ιστορικά αποστειρωμένο μήνυμα, κατάλληλα μεταλλαγμένο από τα ήθη και τις αντιλήψεις του σήμερα. Έτσι για παράδειγμα, το ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο (Κατοχή-Εθνική Αντίσταση-Εμφύλιος-Μετεμφυλιακό Κράτος-Άνοιξη του 1960 και αποκορύφωμά της με τα Ιουλιανά του 1965 – Γύψος της δικτατορίας –Πολυτεχνείο – Κύπρος – Ιστορικός μεταπολιτευτικός συμβιβασμός)  απουσιάζει εντελώς από την σύγχρονη αναπαράσταση της ιστορίας. Βγαίνουν από το κάδρο έτσι ζητήματα άβολα, στα οποία η σύγχρονη αριστερά δεν μπορεί να απαντήσει: «Γιατί οι εξεγερμένοι κρατούν ελληνικές σημαίες;» ,  «Ποιος ο ρόλος της Κύπρου στην μετεμφυλιακή Ελλάδα; Και γιατί η δικτατορία την πρόδωσε αλλεπάλληλα;», «Γιατί η χούντα έβαλε τις βάσεις για την ελληνοτουρκική φιλία;», «Που είναι σήμερα η εργατική τάξη  που έθετε τη χώρα μας πρώτη σε ολόκληρο τον πλανήτη σε ημέρες απεργίας στα εργοστάσια το 1964 (!) και που σάρωνε το κέντρο της Αθήνας το 1965;», «Γιατί η περιφρούρηση του ΚΚΕ ξυλοφόρτωνε όσους το 1964 φώναζαν ‘ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο’ και ‘Έξω οι Αμερικάνοι’, και γιατί μετέβαλε τα συνθήματα αυτά σε σημαία του δέκα χρόνια αργότερα, όταν ακόμα και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έθεσε τη χώρα μας εκτός ΝΑΤΟ;» και τέλος «Γιατί οι σημαντικότεροι σταθμοί στην λαϊκή αγωνιστική ιστορία της δεκαετίας του 1960 , μέχρι το 1974 ήσαν αυθόρμητοι, με τον πολιτικό κόσμο κεντροαριστεράς (Ανδρέας) και αριστεράς (ΚΚΕ) να τρέχουν ασθμαίνοντας από πίσω;».

Καλά, αυτοί κρύβουν την Πανσπουδαστική ν.8, στην οποία κατήγγειλαν την αυθόρμητη
εξέγερση ως έργο ‘προβοκατόρων’, στις ελληνικές σημαίες θα κωλώσουν;

Εν αντιθέσει με όλα αυτά, οι σύγχρονοι εορτασμοί, και αναπόφευκτα, οι νέες ιστορικές αφηγήσεις για την πραγματικότητα και το μήνυμα του Πολυτεχνείου έχουν κάτι από την μαρκετίστικη οπτική με την οποία τείνει σήμερα το ίδιο το σύστημα να αναπαράγει όλους τους αγώνες της δεκαετίας του 1960: «Η ατίθαση νεολαία που συγκρούστηκε με τον πουριτανικό, αυταρχικό δικτατορικό καθεστώς για τα κοινωνικά πολιτικά δικαιώματα». Το Πολυτεχνείο, ως «δικαιωματική εξέγερση»…

Οι μισές συνιστώσες θέλουν να φαίνεται, οι άλλες μισές θέλουν να την κάψουν.
Βάλτην σε fade out, να κρέμεται σαν κουρτίνα, να τελειώνουμε. Κατά τα άλλα
‘το Πολυτεχνείο ζεί στους αγώνες του σήμερα’, δηλαδή σα να λέμε: συζήτηση
για τα ιστορικά διδάγματα κομμένη, πάρε πανό, βούρτσα, και κουβά και τρέχα…

Η αφήγηση αυτή, μπορούσε να λειτουργεί κάλλιστα στις εποχές της υστερομεταπολιτευτικής αφθονίας. Στις εποχές της ‘παράδοσης’ και του ‘συμβιβασμού’ όπου λίγοι σε αυτήν την κοινωνία αμφισβητούσαν τις κεντρικές κατευθύνσεις της χώρας, και της ιδεολογίας που είχαν επιβάλει οι άρχουσες τάξεις πάνω στην κοινωνία (εθνομηδενισμός- ευρωλιγουρισμός). Εξ άλλου, συμβάδιζε με το ευρύτερο καταναλωτικό ήθος που θέλει ντε και καλά να αποθεώνει παντού τα νεανικά στοιχεία, να ταυτίζει την ‘νεανικότητα’ με την ‘αμφισβήτηση’, τον ‘δυναμισμό’ και την ‘καινοτομία’.

Σήμερα όμως που εξελίξεις και τα γεγονότα επιφυλάσσουν μια θλιβερή υποστροφή της χώρας σε συνθήκες σαφέστατα χειρότερες από εκείνες της δεκαετίας του 1960, σήμερα που το φάσμα της εθνικής υποδούλωσης και του κοινωνικού εξανδραποδισμού επανέρχεται πιο αμείλικτο ακόμα και σε σχέση μ’ εκείνην την κατασκότεινη πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο 1949-1953, η ιστορική αποστείρωση του Πολυτεχνείου φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα: ‘Φετιχοποιεί’ το μήνυμα της εξέγερσης, την μεταβάλει σε τοτέμ, αφαιρώντας της ακριβώς εκείνα της στοιχεία που θα ξαναέβαζαν φωτιά στις λέξεις Ψωμί- Παιδεία-Ελευθερία.

…Ακόμα διαφεντεύουν, μωρό μου, τα καθάρματα

Μα κι αν κατέρρευσε το τέρας το τρομερό του παρασιτισμού, κι αν ξόφλησε ο κόσμος ο παλιός, ακόμα διαφεντεύουν, μωρό μου, τα καθάρματα.

Όλον των ειδών τα καθάρματα, που γεννήθηκαν μέσα στο κλίμα της γενικευμένης λουμπενοποίησης* των ηθών που έσπειρε ολούθε το τέρας που τώρα πέθανε, μα που θα στοιχειώνει για καιρό τούτην την χώρα.

Την λουμπενοποίηση των ηθών, το νόμο του ισχυρού, της εξαπάτησης και το κουραδομαγκιλίκι που κυριαρχεί αλόβητο από την κρίση σ’ όλα τα επίπεδα. Όχι σ’ εκείνα των θεσμών, μοναχά, αλλά και στην περίφημη «μικροφυσική της εξουσίας», μεταξύ των σχέσεων και μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους.

Παραμένουμε, κόρη, τότε και τώρα, ακόμα, ξένοι σ’ αυτόν τον κόσμο. Καμωμένοι από άλλο υλικό. Μετεωριζόμαστε στον κόσμο της Ιστορίας, των Ιδεών και του Στοχασμού ποιοί; Εμείς της Απαισιοδοξίας της Λογικής και της Αισιοδοξίας της Βουλήσεως. Οι αθεράπευτοι οπαδοί της πράξης.

Ίσως γι’ αυτό. Όχι από ιδεαλισμό, μα από ρεαλισμό να τείνουμε προς τα εκεί. Αφού ‘ναι γραφτό του τόπου σήμερα , να λυγίσει ταυτόχρονα από πείνα και ξεφτίλα.

υ.γ. Δες κι αυτό

—————————–

*Μιλώντας για δομές και πρακτικές, συχνά ξεχνούμε ότι εξίσου πάσχει το παραδειγματικό πλαίσιο. Δηλαδή εκείνο που καθορίζει το φάσμα των πιθανών επιλογών του καθενός μας, και εν τέλει προσανατολίζει τις συμπεριφορές μας. Κι εδώ, υπάρχει μια πτυχή της παρακμής του τόπου που δεν το έχουμε επισημάνει επαρκώς, ή τελοσπάντων, έκθαμβοι αντικρίζουμε τις πραγματικές τους διαστάσεις: Τα τελευταία χρόνια, δεν ήταν μόνο οι άρχουσες τάξεις Λούμπεν, όπως πολύ εύστοχα τις χαρακτήριζε ο συγγραφέας της 17 Νοέμβρη [ΛΜΑΤ – Λούμπεν Μεγαλοαστική Τάξη]. Είχαμε να κάνουμε με μια ηγεμονία του λούμπεν, ως καθολικό υπόδειγμα συμπεριφοράς, το οποίο υιοθετούσαν όλοι ανεξάρτητα από την ταξική/πολιτισμική τους ταυτότητα, το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο, την πολιτική τους τοποθέτηση.

Επιθυμητικές καταναλωτικές μηχανές

1.

Οποιαδήποτε απόπειρα αμφισβήτησης και συλλογικής αντίστασης στο πλαίσιο των νεώτερων γενεών, δεν μπορεί παρά να ξεκινά από την αντιμετώπιση του πρωταρχικού, υπαρξιακού, προβλήματος που αντιμετωπίζουμε: Ότι αποτελούμε εκείνες τις γενιές, που εκτέθηκαν όσο κανείς στα ανθρωπολογικά πειράματα της παγκοσμιοποιημένης, δυτικής καταναλωτικής κοινωνίας. Ότι είμαστε, δηλαδή, ως ανθρώπινα όντα αποφασιστικά μεταλλαγμένοι μέσω των μηχανισμών της Κατανάλωσης και του Θεάματος. Ότι έχουμε εκπαιδευτεί από την Τηλεόραση και το Διαδίκτυο για να λειτουργούμε ως Καταναλωτικές Επιθυμητικές Μηχανές. Κι ότι άρα, αποφασιστικά στοιχεία της προσωπικότητάς μας, οι ταυτότητές μας, οι προτιμήσεις μας, οι τρόποι συμπεριφοράς μας έχουν μεταβληθεί σε εμπόρευμα –προσδιορίζονται από την τηλε-δικτατορία, από τη διαφήμιση, τα καταναλωτικά λάιφ στάιλ.

2.

Κεντρικό ρόλο σε αυτήν την διαδικασία, η μετάλλαξη που έχει υποστεί η ελληνική εκπαίδευση την τελευταία 20ετία. Μια διαδικασία που έχει ως επίκεντρό της την μετάβαση από την παιδαγωγική στην διαχείριση της πληροφορίας. Τα τελευταία είκοσι χρόνια η ελληνική εκπαίδευση αποψιλώθηκε από κάθε αξιακό-ιστορικό περιεχόμενο, που είχε να κάνει με την εξοικείωση των νεώτερων γενεών με την αντιστασιακή ταυτότητα του ελληνισμού: Η Ελληνική αρχαία, μεσαιωνική και νεώτερη Παιδεία που απολαμβάνει οικουμενική, πλανητική αποδοχή για τις ευγενικές αξίες που εκπέμπει –τον Ανθρωπισμό της, των διαρκή αγώνα για την Ελευθερία και την Αλήθεια που κηρύσσει, την σημασία που δίνει στην πνευματική ανύψωση και την καλλιέργεια στην διαμόρφωση ελεύθερων και αξιοπρεπών ανθρώπων πήγε να πεθάνει στη χώρα που την γέννησε. Αντί αυτής, στην εκπαίδευση εισέβαλε η πολιτική ορθότητα της αυτοκρατορίας: Η Νέα Γλώσσα της διαφήμισης, η Νέα Ιστορία του δυτικού πλανητικού imperium και της «φιλίας» των ελληνικών αρχουσών τάξεων με αντίστοιχες, νέο-οθωμανικές. Και βέβαια, όλα αυτά, δίπλα στην εξύμνηση της εγωκρατίας και της ακραίας χρησιμοθηρίας –του πως δηλαδή να μεταβάλεις όλες τις σχέσεις σου σε μετρήσιμες μονάδες για την συσσώρευση ατομικής ισχύος και μια σταδιοδρομία μέσα στον ακραία εκμεταλλευτικό, καταναλωτικό κόσμο που ζούμε.

3.

Αποτέλεσμα αυτού του τεράστιου ανθρωπολογικού πειράματος, που ενέπλεξε τις άρχουσες τάξεις, τις ελληνικές κυβερνήσεις, το ελληνικό και το πολυεθνικό κεφάλαιο, είναι το πρότυπο του νευρόσπαστουαπελπισμένου που κυριαρχεί ανάμεσά μας. Ενός ανθρώπου που δεν έχει μάθει τίποτα άλλο, παρά να λειτουργεί σαν ψάρι στο νερό μέσα στις περασμένες συνθήκες όπου κυριαρχούσε απόλυτα η πολιτική στρατηγική των αρχουσών τάξεων: Ο μονόδρομος μιας δήθεν ευρωπαϊκής, ισχυρής, καταναλωτικής κοινωνίας που δεν διαθέτει Ιστορία, Μνήμη, Συλλογική Ταυτότητα και Αντιστασιακά Αντανακλαστικά.

4.

Όλα αυτά είναι απολύτως παρόντα στο εφιαλτικό τοπίο τις σημερινής κρίσης. Διότι έχουν παράγει έναν τύπο ανθρώπου παντελώς ανίκανου να την αντιμετωπίσει. Έναν τύπου ανθρώπου που δεν διαθέτει κανέναν δεσμό με τον τόπο του, και δεν έχει αναπτύξει καμία πνευματική και πρακτική δεξιότητα ώστε να καταρτίσει κάποια συλλογική στρατηγική επιβίωσης ώστε να αντιμετωπίσει την ραγδαία εξαθλίωση και υποδούλωση της χώρας. Μιλάμε για έναν άνθρωπο, που έχει κατασκευαστεί μέσα στα εργαστήρια της τηλεόρασης, της κατανάλωσης και του σύγχρονου απονευρωμένου σχολείου και ο οποίος: Δεν μπορεί να βρει δουλειά δίχως μέσο. Δεν μπορεί να συνάψει αυθεντικές διαπροσωπικές και συλλογικές σχέσεις. Δεν μπορεί να καταλάβει καλά-καλά τι συμβαίνει σε αυτόν, στους γύρω του, στη χώρα του.

5.

Μπορούμε να θεωρητικοποιήσουμε όσα παρατηρούμε γύρω μας. Έχει ειπωθεί χιλιάδες φορές, και πολλοί θεωρητικοί έχουν ασχοληθεί συστηματικά με αυτά τα φαινόμενα μετά την δεκαετία του 1970: Οι σύγχρονες ανισότητες δεν είναι μόνο Οικονομικές: Είναι ταυτόχρονα εκπαιδευτικές και πολιτισμικές. Κρίνονται από την πρόσβαση που έχει ο καθένας στο «κεφάλαιο γνώση», καθώς και από την ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων για τη διαχείρισή του: Μια παράμετρος που εμπλέκει ένα σύνολο από πράγματα –από την πνευματική καλλιέργεια και την όξυνση της κριτικής σκέψης, μέχρι την ‘συναισθηματική νοημοσύνη’ και την δυνατότητα του κάθε ένα να καλλιεργεί την κοινωνική του πλευρά. Πράγμα που σημαίνει ότι ο σύγχρονος προλετάριος δεν είναι μόνο «φτωχός» με την υλική έννοια –ή για να το θέσουμε αλλιώς, ότι η «φτώχεια» δεν είναι μόνο μια κατάσταση έλλειψης χρημάτων, αλλά συνοδεύεται ταυτόχρονα από την αμάθεια, την αγραμματοσύνη, κι ακόμα την κοινωνική ηλιθιότητα. Και βέβαια, θα πρέπει να συσχετίσουμε την φτώχεια και με την πολιτική ιδιωτεία, δηλαδή την εκχώρηση του συλλογικού δικαιώματος της αυτοδιάθεσης σε τρίτους: Στο γεγονός ότι οι συλλογικοί μηχανισμοί που διέθετε αυτός ο τόπος για να καθορίζει ο λαός την μοίρα του έχουν καταστραφεί, ή έχουν εκχωρηθεί σε τρίτες δυνάμεις –στους ξένους επικυρίαρχους και τους ντόπιους εντολοδόχους τους.

6.

Έτσι, με βάσει όλα αυτά τι σημαίνει άραγε όταν λέμε ότι η Ελλάδα έχει καταντήσει μια φτωχή, υποδουλωμένη χώρα στο πλαίσιο του παγκόσμιου καταμερισμού της ισχύος; Εννοούμε ότι ακόμα και αυτοί οι «έξυπνοι» και οι «έξυπνες» που εγκαταλείπουν τη χώρα για να σταδιοδρομήσουν στις δυτικές μητροπόλεις, και να κάνουν καριέρες εκεί, τελούν όντας αποστερημένοι από την συλλογική τους αυτοδιάθεση: Σώζονται, αλλά είναι καταδικασμένοι να ζήσουν την υπόλοιπή τους ζωή, ή εν πάσει περιπτώσει ένα μεγάλο κομμάτι της, ως μέτοικοι δίχως δηλαδή δικαίωμα να καθορίζουν την συλλογική τους μοίρα η οποία έχουν αποφασιστικά διαρραγεί. Διότι, όπως και να το κάνουμε, και όσο αποκρουστικό και αν ακούγεται, μιλάμε για ανθρώπους που έχουν δραπετεύσει ατομικά την ίδια στιγμή που το «σκάφος» στο οποίο άνηκαν, και το οποίο πορευόταν μέχρι σήμερα, βουλιάζει.

7.

Κατά συνέπεια, όταν μιλούμε για την υπόθεση της αντίστασης και ακόμα περισσότερο για την εξέγερση και την επανάσταση στους κόλπους των νεώτερων γενεών θα πρέπει να μιλούμε για αντίσταση, εξέγερση, επανάσταση σε αυτήν την κεντρική ανθρωπολογική μετάλλαξη που βιώνουμε.

8.

Όχι πια άλλους «Δεκέμβρηδες», άλλα ψεύτικα λόγια, επιφανειακές πολιτικές ταυτότητες, και κούφια συνθηματολογία. Όταν κανείς δεν αντιστέκεται σε αυτήν την κεντρική πολιτική μετάλλαξη που τον μεταβάλλει από Άνθρωπο που διατηρεί ως δυνατότητά την Ελευθερία σε Υπήκοο, καταλήγει να μετέχει στο κάδρο της αθλιότητας. Και να παίζει με τους όρους του Συστήματος ακόμα και αν εμφανίζεται με αριστερά ή με αντιεξουσιαστικά επιχειρήματα.

9.

Αυτό που κάνει την νεολαία των Βάσκων να στήνει αποφασιστικά συλλογικά οδοφράγματα στην κρίση και το μνημόνιο που κυριαρχεί και στην Ισπανία. Αυτό που την κάνει να μένει εκεί και να πειραματίζεται με συνεταιρισμούς και δομές αλληλεγγύης ενάντια στην κρίση-επίθεση της Γερμανικής Ευρώπης και της προσπάθειας της να εγκαθιδρύσει αποικίες χρέους, είναι η ζωντανή ιστορική συνείδησή της που έχει επιβιώσει. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η ίδια η βασικική κοινωνία, κατάφερε να διατηρήσει την ταυτότητά της –και άρα να μην μεταβάλει τις νέες γενεές σε καταναλωτικές επιθυμητικές μηχανές, βουτηγμένες στην αμάθεια και την καταναλωτική α-νοησία.

10.

Μπορούμε να αντιπαραβάλλουμε αυτήν την πραγματικότητα, η οποία μας φαίνεται αρχαϊκή, με την δική μας. Θα αντιληφθούμε αμέσως τον βαθμό στον οποίον έχουμε μεταβληθεί από το Σύστημα της ύστερης μεταπολίτευσης σε διαστρεβλωμένες υπάρξεις. Στους νέους φτωχούς του 21ου αιώνα. Πράγμα που φαίνεται από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα της καθημερινότητάς μας. Από το γεγονός ότι οι διαδηλώσεις στη χώρα μας είναι διαδηλώσεις των γκρίζων κροτάφων. Μέχρι το γεγονός, ότι οι σελίδες μας στα Κοινωνικά Δίκτυα κατακλύζονται από μια ακραία ανορθογραφία. Ένα φαινόμενο που δείχνει ανθρώπους ανίκανους να εκφραστούν, με λειψό συναισθηματικό κόσμο, που έχουν συνηθίσει να ζουν ως τηλεοπτικοί και ηλεκτρονικοί «δέκτες» επιταγών επιθυμίας και συμπεριφορά. Αν σας φαίνεται κάπως ακραίο ή δασκαλίστικο, δεν έχει κανείς να σκύψει πάνω σε όλες τις ιστορικές πραγματικότητες της ακραίας φτώχειας και της εκμετάλλευσης, για να διαπιστώσει ότι η υλική και η πνευματική εξαθλίωση πάνε πάντοτε πακέτο…