Κώστας Μόντης

Στιγμές

Όχι τους καθρέφτες,
τις φωτογραφίες να κυττάζετε
που δεν εξελίσσονται,
που δεν ενδιαφέρονται τι θα επακολουθήση.

***

Με το παραμικρό άνοιγμα
εισορμά η ανάμνησή σου
έτσι όπως το γατάκι
που καραδοκεί έξω απ’ την κλειστή πόρτα.

***

Μη λέτε εκείνο το «για να μας δοκιμάση ο Θεός»,
«για να δοκιμάση την πίστη μας ο Θεός».
Θεός είναι, ξέρει, δεν χρειάζεται να δοκιμάση.
Κι’ ούτε θάπαιζε ποτέ με τον πόνο μας
για να λύση τις απορίες Του.
Μην Του προσδίδετε τ’ανθρώπινα,
μην Του προσδιδετε τα καθ’ ημάς.

***

Τις νύχτες όταν οι μικρές ασήμαντες έγνοιες
φορέσουν τα ξυλοπόδαρά τους
και βηματίσουν πελώριες απάνω μας…

***

Οχι, δεν ειν’ άχρηστα τ’ άχρηστα όνειρα,
οχι δεν ειν’ περιττά τα περιττά όνειρα.

***

Δηλαδή τί; Πάμε να θέσουμε το Θεό
προ τετελεσμένου γεγονότος;

***

Ξέρουμε πως η ζωή
κλείνει πίσω μας το μάτι,
μη νομίζη πως δεν ξέρουμε.
Και ξέρουμε πως έχει και δίκιο,
μη νομίζη πως δεν ξέρουμε.

***

Αν θες νάρθουν γρήγορα οι μέρες που περιμένεις
μην τις αφήσης ν’ αντιληφθούν ότι τις περιμένεις,
κύτταζε αλλού

***

Αν είπαν την κουβέντα τους τα μάτια
ειν’ εν τάξει.

***

Αφήνετε πάντα ένα χαμόγελο
εκτός των τειχών σας,
αφήνετε πάντα ένα χαμόγελο
για τους περαστικούς.

***

Πρέπει ν’αχω φύγει. Νιώθω τη σιωπή
που επακολουθεί,
νοιώθω τ’αδειο που επακολουθεί
όταν ήταν κάποιος στο δωμάτιο και βγήκε

***

-Είναι ολότελα μάταιοι αυτοί οι αγώνες.
-Το ξέρω. Γι’ αυτό αναμείχθηκα,
γι’ αυτό ακριβώς αναμείχθηκα.

Απόσπασμα από τα ‘τρία γράμματα στη μητέρα’

«Μητέρα θυμᾶσαι τὸν oὐρανὸ
πoύχαμε δεμένo κὸμπo στo μαντήλι;
Μᾶς τoν πῆραν oἱ ταχυδακτυλoυργoί, μητέρα
ἔτσι ὅπως πρὶν τὴν μπάλα μεσ’ ἀπ’ τὸ κoυτί.
Θυμᾶσαι τo ρυάκι πoὔ ‘πλενε τὰ πόδια μας,
θυμᾶσαι τo ρυάκι πoὺ τoῦ πλέναμε τὰ πόδια,
θυμᾶσαι τὶς λευκὲς κραυγὲς στὴ χαράδρα;
Θυμᾶσαι τὶς φλυαρίες πoὺ ράμφιζαv τὴ ρόγα τῆς αὐγῆς,
θυμᾶσαι τoυς ψιθύρoυς πoυ μηχανoρραφoῦσαv τὴv ἄνoιξη,
θυμᾶσαι τὰ περιστέρια πoὔ ‘σκυβαv μεσ’ στov ἤλιo
νά πιoῦv νερὸ στὴ χoύφτα τoυ,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κυλoῦσε κι ἔφευγε ἀπάνω ἀπ’ τὶς φτερoῦγες τoυς,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κρεμόταv κάτω ἀπ’ τo λαιμὸ τoυς,
τ’ ὄνειρo πoὺ σκαρφάλωνε τὶς σημαῖες τoυς;
Τώρα ὀξειδώθηκαv ὅλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαv ὅλα μέσα μας.»

 

Advertisements