Η πολιτισμική μνήμη

Οι καθημερινές ανάγκες αποσκοπούν σε συντονισμό και επικοινωνία, και ακολούθως στην «παραγωγή συγχρονίας». Στον από κοινού κατοικημένο, εποικισμένο, μετρημένο και ελεγχόμενο χρόνο, όλες οι ενέργειες είναι όχι μόνο εναρμονισμένες μεταξύ τους αλλά και αλληλένδετες με τρόπο ο οποίος καθορίζει την κοινωνική επικοινωνία. Ο χρόνος αυτός συγκαταλέγεται σε εκείνα τα μεγάλα πολιτισμικά επιτεύγματα που έχουν ήδη πολλές φορές περιγραφεί και δεν χρειάζεται να μας απασχολήσουν εδώ αναλυτικότερα. Πολύ περισσότερο μας ενδιαφέρουν οι θεσμοί της «παραγωγής ασυγχρονίας», που μέχρι τώρα προσέχτηκαν ελάχιστα. Οι θεσμοί αυτοί είναι ριζωμένοι στην εορτή και το ιερό τελετουργικό τυπικό και διακρίθηκαν μεταξύ τους στο πλαίσιο της εγγράμματης πολιτισμικής εξέλιξης με ποικίλους τρόπους. Φαίνεται όμως, όπως και παραπάνω, πως η παραγωγή και μετάδοση της ασυγχρονίας είναι στην πραγματικότητα η ουσία της θρησκείας. Με την υποβάθμιση της σημασίας της θρησκείας στον δυτικό κόσμο, εμφανίστηκε και μια ξεκάθαρη τάση προς το «μονοδιάστατο». Μέσω της πολιτισμικής μνήμης, η ανθρώπινη ζωή αποκτά δύο διαστάσεις, μια διττή χρονικότητα που διατηρείται σε όλα τα στάδια της πολιτισμικής εξέλιξης. Η παραγωγή ασυγχρονίας, η δυνατότητα να ζούμε σε δύο χρόνους, συγκαταλέγεται στις πιο πανανθρώπινες λειτουργίες της πολιτισμικής μνήμης, δηλαδή του πολιτισμού ως μνήμης.

«Η αποτρόπαια εικόνα μιας ανθρωπότητας χωρίς μνήμη», γράφει ο Theodor W. Adorno, «[…] δεν είναι απλώς προϊόν παρακμής […] αλλά συνδέεται αναγκαία με την πρόοδο της αστικής αρχής. Οικονομολόγοι και κοινωνιολόγοι, όπως ο Werner Sombart και ο Max Weber, κατέταξαν την αρχή της παραδοσιοκρατίας στις κοινωνίες φεουδαρχικού τύπου και την αρχή της ορθλογικότητας στις κοινωνίες αστικού τύπου. Αυτό δεν δείχνει τίποτα άλλο παρά το ότι η ανάμνηση, ο χρόνος και η μνήμη καταλύθηκαν από τις ίδιες τις προοδευτικές αστικές κοινωνίες, σαν ένα είδος ανορθολιγικού καταλοίπου». Αυτή η κατάλυψη οδηγεί, κατά τον Marcuse, στον «μονοδιάστατο» χαρακτήρα του νεωτερικού κόσμου, ο οποίος, αθώς δεν διαθέτει μνήμη, στερείται την άλλη διάσταση της πραγματικότητάς του. Η κριτική αυτή παραπέμπει, με ιδιαίτερη έμφαση, στην αντιπαροντική λειτουργία της πολιτισμικής μνήμης: τη λειτουργία της απελευθέρωσης μέσω της ανάμνησης.

Ο μονοδιάστατος χαρακτήρας δεν αποτελεί αποκλειστική ιδιότητα του σύγχρονου κόσμου· χαρακτηρίζει γενικά την καθημερινότητα. Λόγω των απαιτήσεων των καθωμερινών δραστηριοτήτων, ο κόσμος διαρθρώνεται σε προσκήνιο και φόντο.

Στην καθημερινότητα χάνονται οι μεγάλες προοπτικές. Καθημερινότητα σημαίνει στερεοτυπία και ρουτίνα. Αναστέλλονται οι καθοριστικές αποφάσεις και οι σκέψεις επί των ιδρυτικών αξιών. Μόνο έτσι μπορεί κανείς να προσανατολίζεται και να ενεργεί σε καθημερινό επίπεδο. Οι διαχρονικές αξίες όμως που αποβάλλονται από τον ορίζοντα της καθημερινότητας δεν ξεχνιούνται έτσι απλά, ούτε καταστρέφονται. Συγκροτούν ένα φόντο που διατηρείται μέσω της πολιτισμικής μνήμης. Η πολιτισμική μνήμη και οι μορφές αντικειμενικής έκφανσης της δεν έχουν λοιπόν καμιά θέση στην καθημερινότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Marcuse διαμαρτύρται ότι δεν μπορεί να ακούει Bach στο τρανζιστοράκι και αντιτίθεται στην πώληση των κλασικών από τα πολυκαταστήματα. Με αυτόν τον τρόπο, λέει, οι κλασικοί μουσικοί στερούνται την «ανταγωνιστικότητά τους». Κατά τον Marcuse, o πολιτισμός δεν είναι «φόντο», αλλά αντίθεση στην καθημερινότητά μας, «αέρας από έναν άλλον πλανήτη». Με την πολιτισμική μνήμη, ο άνθρωπος παίρνει ανάσε σε έναν κόσμο που, με την «πραγματικότητα της καθημερινής ζωής», του γίνεται ασφυκτικός. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την ανάμνηση του παρελθόντος: «Η ανάμνηση του παρελθότνος μπορεί να φέρει στην επιφάνεια επικίνδυνες σκέψεις και το κατεστημένο φαίνεται να φοβάται τα ανατρεπτικά περιεχόμενα της μνήμης […]. Η ενθύμηση είναι ένας τρόπος ‘μετάδοσης’, που για λίγες στιγμές διασπά τη δύναμη των δεδομένων καταστάσεων. Η μνήμη ανακαλεί μέσω της ανάμνησης την αλλοττινή φρίκη, όπως και την αλλοτινή ελπίδα».

Την κατάλυση της ανάμνησης κάτω από ολοκληρωτικά καθεστώτα έψεξε ήδη ο Τάκιτος: «Θα είχαμε χάσει και την ίδια τη μνήμη μαζί με την ελευθερία της γλώσσας αν θα ήταν στο χέρι μας να ξεχνάμε με την ίδια ευκολία με την οποία σιωπούμε». «Η δικτατορία», όπως αναφέρουν σε σχόλιό τους πάνω σε αυτό το χωρίο οι Hildedard Cancik-Lindemaier και Hubert Cancik, «καταστρέφει τη γλώσσα, τη μνήμη και την ιστορία». Αντίστροφα, η ανάμνηση είναι όπλο κατά της καταπίεσης. Το κείμενο που καταδεικνύει εναργέστερα αυτή τη συνάφεια είναι το 1984 του Όργουελ. Στην ακραία περίπτωση της καταπίεσης ολοκληρωτικών καθεστώτων αναδεικνύεται η απελευθερωτική δύναμη που διαθέτει πάντοτε η πολιτισμική μνήμη.

Σε έναν κόσμο ολοκληρωτικής ισοπέδωσης, η ανάμνηση κάνει δυνατή την εμπειρία αυτού που είναι διαφορετικό και την απόσταση μεταξύ της απολυταρχίας του παρόντος και του υπάρχοντος. Σε μια γενικότερη, λιγότερο πολιτική έννοια, αυτό ισχύει και για την πίεση που ασκεί η ίδια η καθημερινότητα στην κοινωνική πραγματικότητα, έχοντας πάντοτε ως κατεύθυνση την απλοποίηση, τη «μία διάσταση« και τη μείωση της πολυπλοκότητας.

Jan Assmann, Η πολιτισμική μνήμη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σελ. 107- 110.

Advertisements
This entry was posted in Βιβλία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s