Ο Κορνήλιος Καστοριάδης για τις μη-υλικές, ριζικές ανάγκες της ανθρωπότητας

image_16

«Ο Απόλλωνας των Δελφών ήταν στην ζωή των Ελλήνων μια δύναμη εξίσου πραγματική όσο οποιαδήποτε άλλη»

Κ. Μάρξ, Η διαφορά της δημοκρίτειας από την επικούρεια φιλοσοφία

Από την Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, Εκδόσεις Ράππα, Αθήνα 1980, σσ. 200-202.

“…στην περίπτωση μιας κοινωνίας, η ιδέα ότι οι φαντασιακοί της σχηματισμοί «εγκαθίστανται ως κράτος ανεξάρτητο μέσα στα σύννεφα», διότι η συγκεκριμένη κοινωνία δεν κατορθώνει να επιλύσει «μέσα στην πραγματικότητα» τα προβλήματά της, είναι αληθής στο δεύτερο επίπεδο αλλ’ όχι στο πρωταρχικό. Διότι αυτό δεν έχει νόημα παρά μόνο αν μπορούμε να πούμε ποιό είναι το πρόβλημα της κοινωνίας, πρόβλημα που η κοινωνία αδυνατεί, πρόσκαιρα, να επιλύσει. Η απάντηση όμως σ’ αυτό το ερώτημα είναι αδύνατη, όχι διότι οι έρευνές μας δεν έχουν προχωρήσει αρκετά ή διότι η γνώση μας είναι σχετική· είναι αδύνατη, διότι το ερώτημα δεν έχει νόημα. Δεν υπάρχει ένα πρόβλημα που είναι το πρόβλημα της κοινωνίας. Δεν υπάρχει «κάτι» που οι άνθρωποι θέλουν βαθιά, και το οποίο δεν μπόρεσαν ως τώρα ν’ αποκτήσουν διότι η τεχνική ήταν ανεπαρκής ή διότι η κοινωνία παρέμενε χωρισμένη σε τάξεις. Οι άνθρωποι ήταν, ατομικά και συλλογικά, αυτό το θέλω, αυτή η ανάγκη, αυτό το πράττω, που κάθε φορά είναι κάτι άλλο ως αντικείμενο στον εαυτό του, και, ως εκ τούτου, έναν άλλο «ορισμό» του εαυτού του.

Λέγοντας ότι το φανταστικό δεν αναδύεται –ή δεν παίζει ένα ρόλο– παρά διότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να λύσει το πραγματικό του πρόβλημα, προϋποθέτουμε ότι ξέρουμε και μπορούμε να πούμε ποιό είναι αυτό το πραγματικό πρόβλημα, παντού και πάντοτε, και ότι αυτό ήταν, αλλά και θα είναι παντού και πάντοτε το ίδιο (διότι, αν αλλάζει, είμαστε υποχρεωμένοι να ερωτήσουμε γιατί, και αναγόμαστε έτσι στο προηγούμενο ερώτημα). Και προϋποθέτουμε ότι ξέρουμε, και ότι μπορούμε να πούμε, αυτό που είναι και θέλει η ανθρωπότητα, αυτό προς το οποίο λέμε, όπως το λέμε (ή νομίζουμε ότι μπορούμε να το πούμε) για τα αντικείμενα.

Σ’ αυτό το ερώτημα, οι μαρξιστές δίνουν μια διπλή απάντηση, μια απάντηση αντιφατική, της οποίας καμιά «διαλεκτική» δεν μπορεί να καλύψει την σύγχυση και οριακά την κακοπιστία:

Η ανθρωπότητα είναι αυτό που πεινάει.

Η ανθρωπότητα είναι αυτό που θέλει την ελευθερία –όχι την ελευθερία της πείνας, αλλά την ελευθερία απλώς, για την οποία θα συμφωνήσω τελείως ότι δεν έχει ούτε μπορεί να έχει ένα εν γένει καθορισμένο αντικείμενο.

Η ανθρωπότητα πεινάει, ασφαλώς! Αλλά πεινάει για τι πράγμα, και πως; Πεινάει ακόμη, στην κυριολεξία, όσον αφορά στο εν δεύτερον των μελών της, κι αυτή η πείνα πρέπει οπωσδήποτε να ικανοποιηθεί. Αλλά πεινάει τάχα μόνο για τροφή; Και σε τι διαφέρει τότε από τους σπόγγους ή τα κοράλια; Γιατί αυτή η πείνα, μόλις ικανοποιηθεί, αφήνει άλλα ερωτήματα, άλλα ερωτήματα να εμφανιστούν; Γιατί η ζωή των κοινωνικών στρωμάτων που ανέκαθεν είχαν τη δυνατότητα να ικανοποιούν την πείνα τους, ή ολόκληρων κοινωνιών σήμερα που μπορούν και το κατορθώνουν, δεν έγινε ελεύθερη –ή δεν ξανάγινε φυτική; Γιατί ο κορεσμός της πείνας, η ασφάλεια, το κατά βούλησιν συνουσιάζεσθαι στις σκανδιναβικές κοινωνίες, αλλά και όλο περισσότερο σε όλες τις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες (ένα δισεκατομμύριο ατόμων) δεν είχε ως αποτέλεσμα την ανάδυση αυτόνομων ατόμων και κοινωνικών ομάδων; Ποιά είναι η ανάγκη που αυτοί οι πληθυσμοί δεν μπορούν να ικανοποιήσουν; Η απάντηση ότι αυτή η ανάγκη διατηρείται συνεχώς ανικανοποίητη από την τεχνική πρόοδο, που προκαλεί την εμφάνιση άλλων αναγκών, ή από την ύπαρξη προνομιούχων στρωμάτων που δείχνουν, στα άλλα, άλλους τρόπους ικανοποίησης των αναγκών –σημαίνει παραδοχή αυτού που θέλουμε να πούμε:: ότι αυτή η ανάγκη δεν φέρει μέσα της τον ορισμό ενός αντικειμένου που θα μπορούσε να την καλύψει, όπως η ανάγκη αναπνοής έχει ως αντικείμενο τον ατμοσφαιρικό αέρα, ότι γεννάται ιστορικά, ότι καμιά συγκεκριμένη ανάγκη δεν είναι η ανάγκη της ανθρωπότητας. Η ανθρωπότητα έχει πεινάσει και πεινάει για τροφή, αλλά έχει πεινάσει και για ρούχα, και μετά για ρούχα αλλά από τα περσινά, έχει πεινάσει για αυτοκίνητα και για τηλεόραση, για εξουσία και για αγιοσύνη, για ασκητισμό και για ακολασία, για μυστικισμό και για ορθολογική γνώση, έχει πεινάσει για αγάπη και αδελφοσύνη, αλλά και για τα ίδια της τα πτώματα, έχει πεινάσει για γιορτές και για τραγωδίες, και τώρα φαίνεται ότι πεινάει για Σελήνη και για πλανήτες. Χρειάζεται μια γερή δόση κρετνισμού για να μπορέσει κανείς να ισχυρισθεί ότι όλες αυτές τις πείνες τις επινόησε γιατί δεν κατόρθωνε να φάει ή να γαμήσει αρκετά.”

Advertisements
This entry was posted in Βιβλία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s