Πουρές

«Η ζωή/δεν είναι παρά μια κινούμενη σκιά, ένας κακόμοιρος ηθοποιός / Που κορδώνεται και καμαρώνει στην σκηνή / Και μετά χάνεται. Είναι μια ιστορία / Διηγούμενη από έναν ηλίθιο, όλο φασαρία και μανία / Που δεν σημαίνει τίποτε»

Σέξπηρ, Μάκβεθ.

Πέρα από την πλάκα, τις γενικούρες, τους φτηνούς κοινωνιολογισμούς και τις κοινοτυπίες.

Ο τρόπος που ζούσαμε τα τελευταία 2ο χρόνια, έχει μεταβάλει τον εγκέφαλο των ανθρώπων σε πουρέ. Η χειρότερη συνέπεια αυτής της κωλο-ζωής που κυριάρχησε κατά την ύστερη μεταπολίτευση είναι ότι έχει εξουδετερώσει κάθε συγκροτημένη συλλογιστική λειτουργία από τα μυαλά των περισσότερων ανθρώπων. Αν σε αυτή την εξίσωση προσθέσουμε και το σοκ, το μεγάλο ψυχικό τραύμα που προκάλεσε η κρίση ξέρουμε τι βγαίνει… Βαβέλ. Μια απίστευτη γαμημένη Βαβυλωνία, ένας πανζουρλισμός όπου ο καθείς υποστηρίζει ό,τι λάχει, όπως λάχει.

Και μέσα σε αυτό τον πάταγο και τον ορυμαγδό, που ταυτόχρονα γεννιέται και η ανάγκη για πολιτικοποίηση, και ενεργοποίηση των ανθρώπων αυτή η κατάσταση έρχεται και… δένει πολύ άσχημα. Γι’ αυτό και οι περισσότερες συλλογικές διαδικασίες που ενεργοποιούνται από και ενάντια στην κρίση και την κατάσταση που βιώνουμε είναι, πραγματικά, να βαράς το κεφάλι σου στον τοίχο.

Η Μαργκερίτ Γιουσενάρ, στην Άβυσσο, μας χαρίζει ορισμένες πολύ γλαφυρές σελίδες που αποτυπώνουν αυτό επακριβώς τούτο το εκρηκτικά σουρεαλιστικό μείγμα αμάθειας & απελπισίας, που βυθίζει την ανθρώπινη ζωή στο παράταιρο και το ασυνάρτητο. Το οποίο, βέβαια, υπό κατάλληλες συνθήκες και περιστάσεις (και λίγο τύχη ή μάλλον ατυχία) μπορεί να αποτελέσει την πρώτη ύλη ενός σφριγηλού ολοκληρωτισμού. Αυτή είναι η καταδίκη των δούλων μιας αποικίας -να υψώνονται άνω τους οι επικυρίαρχοι, εμφανιζόμενοι ως αποκλεστικοί κτήτορες της λογικής.

Φτάνει πια.

Advertisements

Θερινό Παλάτι (2006) [σκοτεινό κείμενο]

Έμαθα για την ταινία του Λου Γε, από την μετάφραση μιας συνέντευξης του Χούι Βανγκ (εδώ). Την ίδια μέρα, έκατσα και την είδα στο youtube καθώς η ταινία είναι απαγορευμένη στην Κίνα, έχει κατέβει από όλα τα κατεβαστήρια (τόρεντ και ραπιντσέιροειδη), και γενικά… μην την είδατε.

Είναι μεγάλη ιστορία να εξηγήσει κανείς το υπόβαθρο αυτής της ταινίας. Και βέβαια, επειδή η ταινία είναι «κινέζικη», δηλαδή εξαιρετικά απλή και ταυτόχρονα τόσο εγκεφαλική, απίστευτα συμπυκνωμένη και ταυτόχρονα τόσο ‘ρεαλιστική’, είναι εξαιρετικά δύσκολο κανείς το να την αναλύσει. Ίσως, αν λειτουργούσαν τα ιδεογράμματα στην δική μας την σκέψη, να ‘ταν πιο εύκολο να την καταλάβουμε.

Η ταινία, τελοσπάντων, μιλάει για την γενιά που εξεγέρθηκε στην Τιεν Αν Μεν. Μέσα από επάλληλες ερωτικές ιστορίες, ανθρώπων που συμμετείχαν με τον τρόπο τους μέσα σε αυτήν. Κι ύστερα, σε μεταφέρει στο πως αυτή η γενιά εξώκειλε, και το πως οι προσωπικές ιστορίες των ηρώων ναυάγησαν,και βυθίστηκαν από τα βαρίδια του συλλογικού ανεκπλήρωτου εκείνης της γενιάς: «Δώστε λουλούδια στους επαναστάτες που απέτυχαν»; Και ναι, και όχι.

Έχουμε συνηθίσει υπερβολικά στις αντίστοιχες δυτικές κινηματογραφικές αφηγήσεις των «μικρών» και «μεγάλων» ιστοριών που μιλούν για την επαναστατική άμποτη μιας γενιάς. Όλες, σχεδόν ανεξαιρέτως υπήρξαν ‘λίγες’ και ‘μικρές’ σε σχέση με τις πραγματικές εμπειρίες. Σα να απέτυχαν να τις καταγράψουν ολοσχερώς –και για να το εξηγήσουμε αυτό θα πρέπει να καταφύγουμε και πάλι στην ‘μεγάλη εικόνα’. Αν συνέβη αυτό στην συντριπτική τους πλειοψηφία, για τούτο φταίει το γεγονός ότι αυτές οι ταινίες γυρίστηκαν από την σκοπιά μιας ενσωματωμένης ματιάς, η οποία στην καλύτερη περίπτωση εκπληρώνει με την εξιστόρησή της, τις ενοχές της. Οπότε, συνήθως, κάπου μέσα στην αφήγηση εμφιλοχωρεί η προσωπική ματιά του παρατηρητή, που όσο κι αν δεν το θέλει δεν παύει να κρίνει τα εξιστορούμενα. Παίρνει έτσι ‘κάποια απόσταση από το δράμα’ της ήττας –και αυτό είναι που συνήθως φαίνεται στο τελικό αποτέλεσμα, ως ξένο φτιασίδι, ως μουτζούρα στο συνολικό κάδρο: Ψιλά γράμματα. Πολλοί θα το δούν… λίγοι θα το καταλάβουν…

Τέλοσπάντων…

 Η ταινία είναι ‘κινέζικη’. Αν την δεί κανείς με τα δυτικά μάτια, δεν θάβρει ούτε ωραιοποίηση, ούτε δαιμονοποίηση. Δεν θάβρει τίποτα. Θα κυλήσει ευχάριστα, συγκινητικά ίσως, σίγουρα θα αφήσει καλές αναμνήσεις. Θα την θυμάσαι και αύριο, που λέει ο λόγος. Για όσους θα την δούν όμως, δίχως την δυτική προκατάληψη, θα θυμηθούν τους στίχους του Σεφέρη: «Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους / ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙»………………………………………..