Σταχομαζώχτρα

Μεγάλην ἐξέφρασεν ἔκπληξιν ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιώ, ἰδοῦσα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 187… τὴν θεια-Ἀχτίτσα φοροῦσαν καινουργῆ μανδήλαν, καὶ τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα μὲ καθαρὰ ὑποκαμισάκια καὶ μὲ νέα πέδιλα.

Τοῦτο δὲ διότι ἦτο γνωστότατον ὅτι ἡ θεια-Ἀχτίτσα εἶχεν ἰδεῖ τὴν προῖκα τῆς κόρης της πωλούμενην ἐπὶ δημοπρασίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν ἀναξίου γαμβροῦ, διότι ἦτο ἔρημος καὶ χήρα καὶ διότι ἀνέτρεφε τὰ δυὸ ὀρφανὰ ἔγγονά της μετερχομένη ποικίλα ἐπαγγέλματα. Ἦτο (ἂς εἶναι μοναχή της!) ἀπ᾿ ἐκείνας ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιὼ ὤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δυὸ ὀρφανῶν, ἀλλὰ μήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία, διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος;

Read more

Advertisements

Ηλιοδρόμιο

Ο Ηλίας Παπαδόπουλος, που τους παρουσίασε προχθές στο SeeSaw είπε ότι είναι ένα μουσικό σχήμα που δεν αντιλαμβάνονται την σημασία της δημιουργίας τους –ίσως, όμως, την διαισθάνονται.

Ο Γιώργος Καραμπελιάς έλεγε στο βιβλίο του 1922 Δοκίμιο για την Νεοελληνική Ιδεολογία, ότι ο μοναδικός τρόπος για να επουλώσουμε το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής, το τέλος δηλαδή του υπαρκτού ευρύτερου Ελληνισμού, της Ρωμιοσύνης, είναι να μετασχηματίσουμε το ιστορικό της απόσταγμα σ’ ένα νέο τρόπο του βίου: Σε μια ελληνικότητα του 21ου αιώνα, που απαντάει στις βασικές παραμέτρους του αδιεξόδου που βιώνει ο δυτικός μηδενισμός του εμπορεύματος –όλο το βασίλειο της παγκόσμιας κυριαρχίας της Δύσης. Μόνον έτσι, θα υπάρξει η διόδος ώστε  για να βρεί την συνέχειά του ο ελληνικός κόσμος στον αιώνα που μας έρχεται. Ειδάλλως, θα καταρρεύσουμε εντός ενός αποικιοποιημένου κρατιδίου, η ιδιοπροσωπία μας θα χαθεί μέσα στο πλήθος των νέο-δούλων που πηθικίζουν το παρηκμασμένο ανθρωπολογικό πρότυπο της Δύσης, ενώ λίγοι γραφικοί θα περιφέρουν την παράδοσή μας, νεκρή και εγκιβωτισμένοι, όπως σήμερα το περίφημο πνεύμα των Ολυμπιακών Αγώνων, που αποτελεί ένα εμπορευματοποιημένο και άκρως διεθνοποιημένο κουφάρι πολιτισμού.

Ακούγοντας την ηχητική πανδαισία από το κανονάκι του Βασίλη Ζιγκερίδη, το καβάλι της Στέλλας Καμπουρίδου, το Λαούτο του Ηλία Σαρηγιαννίδη (που κάνει και τις συνθέσεις), τα κρουστά του Νίκου Βαρελά, το βιολί αλλά κυρίως το δωρικό ύφος του Γιάννη Διονυσίου, σκέφτομαι πως οι «Ηλιοδρόμιο» αυτό ακριβώς που «δεν έχουν καταλάβει», αλλά «το διαισθάνονται» είναι ότι με τις συνθέσεις τους έχουν ιχνηλατήσει ένα μουσικό μονοπάτι προς τον ελληνισμό του 21ου αιώνα.

Διότι αυτό που ακούς, ενσωματώνει πολλές πτυχές της μουσικής μας παράδοσης, επενδύεται με μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής ποιητικής δημιουργίας των 3.000 χρόνων, από την Σαπφώ  μέχρι τον Σολωμό κι από εκεί την Πολυδούρη και τον Ελύτη. Και ταυτόχρονα φαντάζει τόσο σύγχρονο και μάλιστα «μετα-ψυχεδελικό»…

Κι αυτό δίχως το άκουσμα να χάνει το βάθος του –πράγμα που διακρίνει τις δημιουργίες των «Ηλιοδρόμιο», από ό,τι ονομάζεται Έντεχνο (μπλιάχχχχ). Αυτό το στυλ, κυρίαρχο στα χρόνια της παντοδυναμίας του στείρου και παράσιτου νεοέλληνα, που ακόμα και στις καλύτερες του στιγμές δεν παύει να αποτελεί ένα κολάζ αναπαραγωγών και επαναλήψεων, το οποίο καταλήγει να υποβιβάζει την δημιουργία στο επίπεδο ενός «έθνικ» ή «φούζιον» ή «ροκ»», τζιβάτου «μάνου τσάο» εμπορεύματος.

Μαρξ, Ένγκελς και ρομαντισμός

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς,
από τη δεκαετία του ’60 και μετά, εκδηλώνουν αυξανόμενο ενδιαφέρον και συμπάθεια για μερικούς προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς – ένα θέμα χαρακτηριστικό της ρομαντικής αντίληψης της ιστορίας. Αυτός ο θαυμασμός του Μαρξ
και του Ένγκελς για τις πρωτόγονες αγροτικές κοινότητες -από
το ελληνικό γένος στην παλαιά γερμανική Mark και τη ρωσική
ομπστσίνα- απορρέει από την πεποίθησή τους ότι αυτοί οι αρχαίοι σχηματισμοί εμπεριείχαν κοινωνικές ποιότητες που χάθηκαν από τους μοντέρνους πολιτισμούς, ποιότητες που προεικονίζουν μορφές μιας μέλλουσας κομμουνιστικής κοινωνίας.Είναι, μάλιστα, η ανακάλυψη των έργων του Georg Maurer -
του ιστορικού των αρχαίων γερμανικών κοινοτήτων- και αργότερα του Morgan, που θα τους ωθήσουν στην επαναξιολόγηση
του παρελθόντος. Χάρη σ’ αυτούς τους συγγραφείς, μπορούν να
αναφερθούν σ’ έναν υποδειγματικό προκαπιταλιστικό σχηματισμό, διαφορετικό από το φεουδαλικό σύστημα που εξυμνείται από
τους παραδοσιακούς ρομαντικούς: την πρωτόγονη κοινότητα. Ο
Μαρξ εκφράζει με σαφήνεια αυτή την πολιτική επιλογή για ένα
διαφορετικό παρελθόν σε μια επιστολή προς τον Ένγκελς της
25ης Μαρτίου 1868, όπου γράφει σχετικά με το βιβλίο του
Maurer: «Η πρώτη αντίδραση κατά της γαλλικής Επανάστασηςκαι της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού που συνδεόταν μ’ αυτήν υπήρξε φυσικά να αντιμετωπίζονται όλα από τη ρομαντική μεσαιωνική οπτική, και δεν εξαιρούνται ακόμη και άνθρωποι όπωςο Γκριμ. Η δεύτερη αντίδραση –που αντιστοιχεί στον σοσιαλιστικό προσανατολισμό, αν και αυτοί οι σοφοί δεν υποπτεύθηκανβέβαια ότι συνδέονται μ’ αυτόν- ήταν, προσπερνώντας τον Μεσαίωνα, να βυθιστούν στην πρωτόγονη εποχή κάθε λαού. Και ήταν πολύ μεγάλη η έκπληξη αυτών των ανθρώπων γιατί συνάντησαν το πιο μοντέρνο μέσα στο πιο αρχαίο, ακόμη και εξισωτιστές, σε τέτοια έκταση που θα έκανε τον Προυντόν ν’ ανατριχιάσει »9.Ο Ένγκελς εντυπωσιάσθηκε κι αυτός από τις έρευνες τουMaurer, που του ενέπνευσαν, ανάμεσα σε άλλα, και το μικρόδοκίμιο για την αρχαία γερμανική Mark (αγροτική κοινότητα) –δοκίμιο που προτείνει «μια αναγέννηση της Mark» ως πιθανό σοσιαλιστικό πρόγραμμα για τις αγροτικές περιοχές. Προχωράμάλιστα πιο πέρα και από τον Maurer, που τον θεωρεί επηρεασμένο ακόμη από την εξελικτική φιλοσοφία του Aufklarung: Σ’ένα γράμμα προς τον Μαρξ της 15ης Δεκεμβρίου 1882, παραπονιέται για την εμμονή του Maurer «στις προκαταλήψεις της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού, κατά την οποία πρέπει να πραγματοποιείται μια σταθερή πρόοδος προς το καλύτερο, ξεκινώνταςαπό τον σκοτεινό Μεσαίωνα’ αυτό τον εμποδίζει να δει όχι μόνοτον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της πραγματικής προόδου, αλλάεπίσης και κάποιες αρνητικές όψεις της».

Μισέλ Λεβί – Ρόμπερντ Σάυρ, Εξέγερση και Μελαγχολία, ο Ρομαντισμός στους αντίποδες της νεωτερικότητας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1999, σελ. 206-207.

Φορκόνι, δηλαδή «το δίκρανο»

Ανησυχούν εκεί στην Αυγή (Τετάρτη 11/12/13, Πέτρος Καραΐσκάκης-Ιάσωνας Παναγιωτόπουλος) για την θεαματική ανάπτυξη του κινήματος Forconi στην Ιταλία, το οποίο έχει βγει στους δρόμους, κάνει πάταγο, και καλεί σε γενικευμένη επανάσταση.

Το Forconi, που μετονομάστηκε πρόσφατα στο κίνημα-ομπρέλα της 9ης Δεκεμβρίου, μονοπωλεί τον τελευταίο καιρό στην έκφραση της αγανάκτησης του ιταλικού λαού –όντας ένα κίνημα πληβειακό μα προερχόμενο από την άκρα δεξιά: Την Casa Pound (ας τους πούμε αυτόνομους εθνικιστές, γνωστοί για μια κατάληψη που διατηρούν στη Ρώμη και της έχουν δώσει το όνομα του Έζρα Πάουντ), τη Forza Nuova (ξεσκολισμένοι φασίστες) και τους οπαδούς της Λάτσιο. Το κίνημα ξεκίνησε από την Σικελία, ως πρωτοβουλία φορτηγατζήδων και αγροτών. Εξαπλώθηκε από εκεί σε όλην την χώρα, και οργανώνει μαζικότατες κινητοποιήσεις ενάντια στον προϋπολογισμό ακραίας λιτότητας της κυβέρνησης Λέτα.

Έχει αναφερθεί πολλάκις, σε βαθμό που κουράζει η επανάληψη, για τους κυριότερους λόγους που αναπτύσσεται ένα τέτοιο φαινόμενο: Ότι δηλαδή οι δυνάμεις που προέρχονται από την αριστερά είναι κουρασμένες, γερασμένες, εγκλωβισμένες στην μεσοστρωματική τους αναφορά και ενσωματωμένες –ενώ η υπόθεση των πληβείων τείνει να περάσει στα χέρια της άκρας δεξιάς.

Συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη, συμβαίνει στην Ιταλία όπου σχεδόν σύμπασα η αριστερά (με εξαιρέσεις σαν τον Κονστάντζο Πρέβε που χάσαμε πρόσφατα) προσχώρησε, ένα μεγάλο κομμάτι της όχι μόνον ιδεολογικά, στην ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης: Από την Ελία στο φιλαράκι του Γιόσκα Φίσερ, Τόνι Νέγκρι, και τον Φαούστο Μπερτινόττι, που ως μια καρικατούρα του Φάουστ πούλησε την ψυχή του στην τελευταία κυβέρνηση συνεργασίας της κεντροαριστεράς, και από τότε βολοδέρνει στο δημοσκοπικό και εκλογικό ελάχιστο.

Πτυχές του επιβεβαιώνονται διαρκώς από ενδείξεις στην χώρα μας. Δύο από τις τελευταίες, η μία αφορά στην ταξική σύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ έτσι όπως αυτή διαφάνηκε από ανάλυση του κοινωνικού προφίλ των μελών που συμμετείχαν στο συνέδριό του, όπου επαναλαμβάνεται ο πανευρωπαϊκός κανόνας: Είναι ως επί το πλείστον 50άρηδες, ευκατάστατοι και μορφωμένοι.

Η δεύτερη, ο πρόσφατος διάλογος μεταξύ των στελεχών του, πάνω στη σχέση αριστεράς και πατριωτισμού. Σε αυτόν, οι φωνές που προέρχονταν από μερίδες που ανήκουν πιο «οργανικά» στην ιστορική ραχοκοκκαλιά του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης (του ΣΥΝ), αυτών που σε μεγάλο βαθμό διατηρούν τον πρώτο λόγο στα τεκταινόμενα στο εσωτερικό του, υπήρξαν άκρως απογοητευτικές: Κουβέντιαζαν για το έθνος, την πατρίδα, για την χώρα που θέλουν να κυβερνήσουν εντέλει, με το ύφος ευρωπαίου αριστοκράτη φυσιοδίφη που μελετάει κάποιο εξωτικό έντομο στις αποικίες. Και με μια φρασεολογία, που κλίνει σε όλες τις δυνατές κλίσεις την λέξη «αριστερά» και που υποδηλώνει μια αντίληψη για τον πολιτικό χώρο τους ως γκέτο, μόνο και μόνο για να μην έχουμε αμφιβολία ό,τι θεωρούν πως είναι κάτι άλλο από το λαϊκό σώμα του ελληνικού κόσμου που δίνει την ύστατη μάχη επιβίωσής του.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να επαναλάβουμε την επιχειρηματολογία περί της οργανικής σχέσης πληβείων, ταυτότητας, έθνους, του κοινωνικού αγώνα ως αγώνα για την υπεράσπιση και την αποκατάσταση των βωμών και των εστιών αυτού του τόπου. Μάλλον ντρεπόμαστε που μένουμε στα αυτονόητα.

Το ότι κάποιοι δεν τα καταλαβαίνουν, αποτελεί μεταξύ άλλων σύμπτωμα μιας ευρύτερης πραγματικότητας: Οι άνθρωποι επιμένουν να ζουν στον 20ο αιώνα, ενώ ήδη έχουμε περάσει στον 21ο, και κουβαλούν μαζί τους όλες τις αγκυλώσεις και τα αδιέξοδα μιας πολιτικής δύναμης που σφράγισε μια εποχή, αλλά που εξαντλήθηκε και ενσωματώθηκε ως κατεστημένη δύναμη: Ιστορικά, πώς να το κάνουμε, αυτή είναι η αριστερά που επικαλούνται: Γι’ αυτό εξ άλλου έχει χάσει και το έσχατο στήριγμά της –το ηθικό προβάδισμα που διατηρούσε μέχρι να τσακιστεί στα βράχια των δεκαετιών του 1980 και του 1990.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι μαζί με αυτούς χάνονται τα χειραφετησιακά κινήματα γενικά, ότι δηλαδή εξαντλούνται ή καθίστανται ανεπίκαιρα. Κάθε άλλο.

Στην Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, στην οποία τόσο αρέσκονται να αναφέρονται –τη μόνη ήπειρο στην οποία εκείνο που κωδικοποιούν με τον όρο «αριστερά» στέκεται στα πόδια του– τα κινήματα όχι μόνο είναι ζωντανά, αλλά παλεύουν, και αρκετές φορές νικάνε, μάλιστα, εκφράζοντας την αγωνία και τον πόνο των λαών, μετασχηματίζοντάς τον σε πρόταση ζωής και αλλαγής της κοινωνίας.

Μόνο που για να το κάνουν αυτό, ένοιωσαν βαθιά, πήραν μεγάλο μάθημα, και άλλαξαν από την εμπειρία της τραγικής αποτυχίας των κινημάτων του 20ου αιώνα. Γι’ αυτό πλέον είναι άλλο πράγμα. Παρέμειναν «αριστερά», γιατί ακριβώς έπαψαν να είναι αριστερά με τους όρους του 20ου αιώνα: Στηρίχτηκαν στις εθνικές/εθνοτικές ταυτότητες, ανέδειξαν τις κοινοτικές σχέσεις, μεταξύ άλλων και της οικογένειας, επέστρεψαν στις αξίες της μητρότητας, επανεφηύραν τις παραδόσεις τους, στηρίχτηκαν αποφασιστικά στην ιθαγενική μεταφυσική αλλά και στον χριστιανισμό της θεολογίας της απελευθέρωσης.

Όχι, δεν «μολύνθηκαν» με τον ιό της άκρας δεξιάς όπως φοβούνται οι αριστεροί και αντιεξουσιαστές της Ελλάδας. Αντίθετα, βάσει αυτών ξαναέστησαν την επαναστατική θεωρία, τον λόγο περί επανάστασης στα πόδια του, από εκεί που είχε μείνει τάβλα από την ματαίωση των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα.

Για παράδειγμα, ο Ραούλ Ζιμπέκι, στο τελευταίο του βιβλίο Αντιστεκόμενοι Τόποι: Μια χαρτογραφία των κινημάτων της Λατινικής Αμερικής αναπτύσσει το εξής σχήμα: Το προνομιακό πεδίο αντίστασης, σήμερα, δεν είναι σ’ εκείνους τους κοινωνικούς τόπους όπου εξελίχθηκε περισσότερο η παγκοσμιοποίηση και ο σαρωτικός εκσυγχρονισμός της κοινωνίας. Αυτοί είναι «μολυσμένοι», «τοξικοί» από τον καθολικό μηδενισμό του συστήματος και άρα απρόσφοροι για την ανάπτυξη των αντιστάσεων. Γι’ αυτό και πρέπει να καταδυθούμε στην «περιφέρεια» όπου επιβιώνουν ακόμα υγιείς, σε μεγάλο βαθμό προκαπιταλιστικές σχέσεις εκεί όπου υπάρχουν ακόμα άνθρωποι με ταυτότητα, συλλογικότητα, αλληλεγγύη, με πρόσωπο –και άρα μπορούν να αντισταθούν. Αλλού, μπορούμε να βρούμε όχι αποκλειστικά, αλλά κυρίως πτωχευμένες εμπορευματικές μονάδες. Και άρα, νυξ.

Μαζί με αυτό, κολλάει και μια νέα αντίληψη για την επανάσταση. Η Επανάσταση, λένε, δεν είναι μια πράξη σαρωτικού μετασχηματισμού, εφεύρεσης εκ του μηδενός ενός νέου κόσμου. Αυτή η αντίληψη, των «μεγάλων μετασχηματισμών» ανήκει στο φαντασιακό του καπιταλισμού, λένε, και οδηγεί στην βίαιη αλλαγή της κοινωνίας, δηλαδή ασκεί τον ολοκληρωτισμό της κοινωνικής μηχανικής –όμοιο με τον ολοκληρωτισμό της αγοράς. Αντίθετα, βλέπουν την επαναστατική διαδικασία ως πράξη επαναρρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων, η οποία φέρνει στην επιφάνεια, και σε προβάδισμα, τους υπόγειους κόσμους της δημοκρατίας και της ανταπόδοσης που ήδη υφίστανται στην κοινωνία, στις παραδόσεις και στην ταυτότητα των ανθρώπων. Πρόκειται, για επανεφεύρεση και όχι για παρθενογένεση, για μιαν αντίληψη που βρίσκεται πολύ κοντά, αν δεν ταυτίζεται, με το νόημα που κρύβει η ελληνική ετυμολογική ανάλυση της επανάστασης: Ξανασηκώνομαι.

Το γεγονός αυτό, τους έχει επιτρέψει να αποτινάξουν το άγος του ολοκληρωτισμού, την χίμαιρα του «νέου ανθρώπου» η οποία σκότωσε στα τέλη του 20ου αιώνα την παλιά υπόθεση της επανάστασης. Και άρα να λειτουργήσουν ξανά μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες, δίχως να περιορίζονται σ’ έναν ρόλο θλιβερής διαχείρισης της υπάρχουσας μιζέριας.

Να μην καταντήσουν δηλαδή, για να το γειώσουμε και στα δικά μας, ούτε ντροπή σαν την ΔΗΜΑΡ, ούτε κυβερνώσα βαβέλ σαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά να βουτήξουν στον κόσμο των πληβείων –τον οποίο η ευρωπαϊκή αριστερά έχει εγκαταλείψει– και να αναβαπτιστούν ξανά μέσα σε αυτόν. Το ζήτημα δεν είναι «επικοινωνιακό», ούτε καν μόνο «ιδεολογικό». Είναι ζήτημα ανάστασης, ανανέωσης ενός οράματος για ένα δικαιότερο κόσμο μέσα στην ίδια την πραγματικότητα των λαών.

Δίχως αυτό, δεν υπάρχει τρόπος να διαθέτει κανείς ούτε όραμα, ούτε εργαλεία για να αναλύσει το πώς διεξάγεται η σύγχρονη κοινωνική πάλη, ούτε έναν μπούσουλα για το πώς θα αλλάξει την κατάσταση. Διότι δεν είναι ζήτημα ότι «αυτά τα πράγματα» μας τελειώσανε –πράγμα που υποστηρίζει σήμερα ο Μπίστης και η Ρεπούση. Αντίθετα υπάρχουν, εξελίσσονται, και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους για τους οποίους συζητούμε, τείνουν να αποτελέσουν προνομιακό πεδίο της άκρας δεξιάς.

[Τι θέλω να πω… Για να το κάνω και λιανά… Πριν από καμιά, μιάμιση βδομάδα, ο Νικόλας Σεβαστάκης έγραψε ένα κριτικό σημείωμα εναντίον του Ιταλού φιλοσόφου Τζιόρτζιο Αγκαμπέν, υποστηρίζοντας ότι η μονόπαντη επίθεση στην ‘τραπεζοκρατία’ είναι επικίνδυνη, καθώς δεν παίρνει αποστάσεις από τον αντίστοιχο καταγγελτικό λόγο που αναπτύσσει η άκρα δεξιά περί ‘δικτατορίας των τοκογλύφων’ και άρα έτσι δημιουργεί ‘συγχύσεις’ (και καταλήγει να νομιμοποιεί) τον λόγο της… Μα, η πολιτική, πράγμα που πιστεύω πως θα έπρεπε να το γνωρίζει κάποιος σαν τον Ν. Σεβαστάκη, δεν είναι ένα παιχνίδι σαν τις μουσικές καρέκλες: Δεν έχει να κάνει μόνο με το ποιός λέει τι, κι άρα αν αυτοί πούνε «Α» εμείς πρέπει να πούμε «Β» ή «Α+1». Τούτο συνιστά μια επικίνδυνη διολίσθηση σε μιαν αντίληψη μεταμοντέρνα, που βλέπει την πολιτική διαπάλη ως ‘πόλεμο αφηγήσεων’ οι οποίες συγκροτούνται ‘στον ουρανό των καθαρών εννοιών’. Σημασία έχει, ποιά είναι η πραγματικότητα του πληβείου σήμερα, και αν κάποιος ταυτίζεται μαζί της , δηλαδή ποιός πραγματικά είναι ο ζυγός που υπομένει και πως θα πρέπει να τον αποτινάξει. Από αυτό κρίνεται το τι θα πούμε εμείς, και δεν πάνε να λένε οι άλλοι ό,τι θέλουν. Και βέβαια, η διαφορά υπάρχει σαφώς, καθώς σημασία έχει από εκεί και πέρα ΠΟΙΟΣ το λέει, και βεβαίως, τι επιπλέον μας λέει. Δηλαδή, αφού προσδιορίσει κανείς τον αντίπαλο, βεβαίως και έχει σημασία να εξηγήσει ότι το πρόβλημα δεν είναι η ‘αόρατη παγκόσμια τοκογλυφία’, μια ανάλυση που λειτουργεί υπέρ της άκρας δεξιάς, και λειτουργεί συγκαλύπτοντας τους πραγματικούς δρώντες επικυρίαρχους (δηλ. τις άρχουσες τάξεις) και τις ευθύνες τους, πίσω από ένα σκοτεινό συνομωσιολογικό πέπλο. Αλλά αυτό είναι προθύστερο. Όταν αρνείσαι ότι η κύρια (όχι η αποκλειστική, η κύρια) αντίθεση αφορά στην καθολική υποδούλωση των φτωχών με εργαλείο τον μηχανισμού του χρέους, όταν βάζεις σε αυτήν την πραγματικότητα αστερίσκους για να μην ‘σε συγχύσουν’, τότε σημαίνει επί της ουσίας ότι μετακινήσαι προς το ‘κέντρο’. Γιατί μετριάζεις την επίθεση, απαλύνεις τις γωνίες, δημιουργείς άλλου τύπου ‘συγχύσεις’, αυτή τη φορά ως προς τους επικυρίαρχους. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η σύγκρουση με την άκρα δεξιά θα παιχτεί εντός του κοινωνικού μετώπου της καταγγελίας των άρχουσων τάξεων για το ποιός θα έχει την ηγεμονία, δεν μπορεί να γίνει εντός εκτός και επί τα αυτά. 

Τώρα, το γιατί δεν γίνεται αντιληπτό κάτι τέτοιο… Γιατί έχουν μπλοκάρει τα εργαλεία ανάλυσης της κοινωνικής πάλης, έχουν αχρηστευθεί γιατί είναι ξεπερασμένα. Καθώς, όταν η ανάλυση επί του πραγματικού σε βγάζει σε άτοπο ακριβώς γιατί ακολουθείς την λογική των κινημάτων του 2οου αιώνα, που έχει εξαντληθεί, δεν σου έχει απομείνει τίποτα άλλο παρά να διολισθαίνεις στις μεταμοντέρνες τυφλόμυγες του ‘ποιός-είπε-τι’. Όταν δεν δέχεσαι, ότι η σύγχρονη πραγματικότητα συμπυκνώνει το ταξικό, το ταυτοτικό, το υπαρξιακό και άρα το εθνικό, την παράδοση κ.ο.κ., δεν ‘πέφτεις απλά έξω’ – το σημαντικότερο, έχεις αχρηστεύσει τα εργαλεία ερμηνείας και κατανόησης της ίδιας της κοινωνικής πάλης και άρα εξαναγκάζεσαι να μπεις σε λογικές της πολιτικής ως θέατρο σκιών].

Άρα…

Ή με τα κινήματα του 21ου αιώνα, λοιπόν, που έχουν «όνομα, σώμα, και θρησκεία», ή δημοσιογραφούντες των πληβειακών κινημάτων της άκρας δεξιάς.

Η τέλεια ομορφιά (Le grande belezza), 2013

Ο Ιμμάνουελ Βαλερστάιν έγραψε πρόσφατα: «Τα συστήματα έχουν ζωή. Ο Ίλια Πριγκοζίν το εξέφρασε ξεκάθαρα: ‘Έχουμε ηλικία, ο πολιτισμός μας έχει ηλικία, το σύμπαν έχει ηλικία’». Αυτό που εννοεί είναι και ότι ο καπιταλισμός έχει ηλικία και –φεύ– φτάνει προς το τέλος του.

Κάπου αλλού, διάβασα ότι η απαρχή της κατάρρευσης των Συστημάτων βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός της ολοκλήρωσής τους. Στην περίπτωση του κοινωνικού μας συστήματος, τούτο βρίσκει εφαρμογή στο εξής φαινόμενο: Το κεφάλαιο τρώει τις ίδιες του τις σάρκες. Η εργαλειακή ηθική και η λογική του έχει κυριαρχήσει παντελώς στις κοινωνίες μας… και ως συνέπεια αυτές αντιμετωπίζουν ένα τεράστιο, δομικό πρόβλημα αναπαραγωγής. Διότι η μεγαμηχανή του «κέρδους για το κέρδος» είναι στείρα, δεν μπορεί να παράξει Παιδεία, Πολιτισμό, συνεκτικό νόημα για τις σύγχρονες κοινωνίες μας. Τέκνο της, μπορεί να είναι μόνον ο μηδενισμός και ο μηδενισμός δεν χτίζει, μοναχά γκρεμίζει: Κοινώς, όταν το θατσερικό «κοινωνία; Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα» γίνει απόλυτα κυρίαρχο στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας, όπως συμβαίνει δηλαδή σήμερα, τότε ο κόσμος μας αντιμετωπίζει ένα τεράστιο υπαρξιακό πρόβλημα, ένα πρόβλημα επιβίωσης. Ακριβώς γιατί το κινητήριο νόημά του –ας χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της οικολογίας– είναι άκρως τοξικό και ραδιενεργό.

Η Τέλεια Ομορφιά του Πάολο Σορεντίνο, αποτελεί μια εξαίρετη τοιχογραφία αυτής της παρακμής. Δεν «αντανακλά σαν το καθρέφτη» αλλά «μεγεθύνει» το αδιέξοδο των μηντιακών-επιχειρηματκών και πολιτικών ελίτ της σύγχρονης Ιταλίας. Και περιγράφει με μια άκρως διεισδυτική ματιά τον βούρκο της α-νοησίας στην οποία είναι βουτηγμένες. Όχι δεν πρόκειται για μια «ξερή» ταινία πολιτικής καταγγελίας. Είναι μια ταινία με πολύ μεγάλο υπαρξιακό βάθος –και η ‘Φελλινίζουσα’ γλώσσα της την βοηθάει να επιτύχει κάτι τέτοιο.

Βλέποντας να παρελαύνουν από την οθόνη ντενεκέδες διανοούμενοι, ξιπασμένοι ηθοποιοί, κυνικοί επιχειρηματίες, διάφορους λοιπούς σελέμπριτις και τους καταθλιπτικούς επιγόνους τους αισθάνεται κανείς ότι αυτή η ταινία μιλάει (και) για την Ελλάδα, και το ποιόν των αρχουσών τάξεών της.

Κρίστοφερ Λας: Παράδοση-Εκσυγχρονισμός-Εκδημοκρατισμός

Σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη, ο εκδημοκρατισμός της κουλτούρας έχει ως προ απαιτούμενό του είτε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα είτε μια κοινωνική διαδικασία (είτε και τα δύο μαζί) ικανά να αποκόψουν τα άτομα από τα οικεία τους συμφραζόμενα και να αποδυναμώσουν τους δεσμούς συγγένειας, τις τοπικές και περιφερειακές παραδόσεις και το δέσιμο με κάποιον τόπο. Ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες η αποκοπή των ριζών θεωρήθηκε ως απαραίτητη συνθήκη για την ανάπτυξη και την ελευθερία. Τα κυρίαρχα σύμβολα της αμερικανικής ζωής, το σύνορο και το χωνευτήρι [melting pot], ενσαρκώνουν, εκτός των άλλων, και την πεποίθηση ότι μόνο όσοι έχουν αποκοπεί από τις ρίζες τους μπορούν να κατακτήσουν τη διανοητική και πολιτική ελευθερία.

Το μοντέλο διαπαιδαγώγησης που υπονοείται εδώ πρέπει να επανεξεταστεί. Από πολλές απόψεις είναι βαθιά παραπλανητικό. Υποτιμά τη σταθερότητα και την αξία των παραδοσιακών προσκολλήσεων. Δίνει, αδίκως, την εντύπωση ότι οι «παραδοσιακές» κοινωνίες διακρίνονται απόένα διανοητικό και τεχνολογικό λίμνασμα, ενώ παράλληλα υπερτιμά τα επιτεύγματα του σύγχρονου, χειραφετημένου πνεύματος. Πιστεύει ότι η σημασία του τόπου και του παρελθόντος είναι αποκλειστικά αντιδραστική σε ό,τι αφορά στις πολιτικές τους συνεπαγωγές, αγνοώντας το σημαντικό ρόλο που έπαιξαν στα δημοκρατικά κινήματα και τις λαϊκές επαναστάσεις. Δεν υπερβάλλει μόνο σε ό,τι αφορά στις απελευθερωτικές συνέπειες της εκρίζωσης [uprootedness] αλλά υπερασπίζεται και μια πολύ στενή έννοια της ελευθερίας, την οποία και συγχέει με την απουσία καταναγκασμών. Υπό αυτή την έννοια, κάθε ορθή κριτική της κυρίαρχης αντίληψης σχετικά με την πνευματική χειραφέτηση –σχετικά, δηλαδή, με την κυρίαρχη ανάλυση της διαδικασίας «εκσυγχρονισμού»- οφείλει να αναπτύσσεται με βάση δύο άξονες. Καταρχάς χρειάζεται να καταδείξουμε την ανθεκτικότητα αυτών των υποτίθεται ξεπερασμένων ιδιαιτεροτήτων –οικογενειακοί δεσμοί, θρησκεία, εθνική συνείδηση, μαύρος εθνικισμός-, οι οποίες όχι μόνο επιβιώνουν μέσα στο melting pot αλλά συνεχίζουν να παρέχουν στους ανθρώπους τα απαραίτητα ψυχολογικά και πνευματικά αποθέματα για να είναι δημοκρατικοί πολίτες. Επιπλέον, τους παρέχουν τη δυνατότητα να βλέπουν τα πράγματα υπό ένα πραγματικά κοσμοπολίτικο πρίσμα, σε αντίθεση με την εκριζωμένη, αποπροσανατολισμένη οπτική που τόσο συχνά ταυτίζεται, σήμερα, με τη διανοητική χειραφέτηση. Ο δεύτερος άξονας θα μας επιτρέψει να εξηγήσουμε τους λόγους για τους οποίους η ομογενοποιημένη, μαζική κουλτούρα των σύγχρονων κοινωνιών δε δίνει σε καμία περίπτωση ώθηση στην πνευματική διαύγεια και την ανεξάρτητη σκέψη αλλά, αντίθετα, γεννά τη διανοητική παθητικότητα, τη σύγχυση και τη συλλογική αμνησία.

Κρίστοφερ Λας, «Για μια νέα ερμηνεία της μαζικής κουλτούρας», περιοδικό Μάγμα, τ. 6 Ιούνιος 2010. Μετάφραση: Νίκος Μαλλιάρης