Να μην ζήσουμε σαν δούλοι

Φωτογραφία, Κέντρο των Αθηνών (Σταδίου, ίσως), Η Ελλάδα στα χρόνια των Μνημονίων. Δεν θέλω να σχολιάσω την θιλιβερή φωτογραφική αντίστιξη. Θέλω να σχολιάσω το σύνθημα αυτό καθαυτό. Ένα σύνθημα που μου αρέσει ιδιαίτερα, μου θυμίζει μια εκμοντερνισμένη εκδοχή του ‘κάλλιο μιας ώρας…’ του Ρήγα. Κι έτσι θα ‘πρεπε να είναι. Όμως, οι συγγραφείς του, αρνούνται τούτην την παράδοση. Αρνούνται κάθε παράδση. Εξ ου και το σήμα του κενού που επέλεξαν να συνοδέψουν την κραυγή τους. Διότι, θεωρούν, πως κάθε ταυτότητα (άρα και η δική τους, ελληνική ταυτότητα) είναι καταναγκασμός. Και άρα το πρόταγμα είναι το κενό, το μηδέν. Έχω ξαναμιλήσει δεκάδες, και δεκάδες φορές για την σφαλερότητα, και την βαθιά αντιδραστικότητα αντιλήψεων του τύπου ‘πατρίδα είναι τα παιδικά μου χρόνια’. Το πως στην ουσία τους αποτελούν νόθα τέκνα της παντοδυναμίας του κεφαλαίου πάνω στην ανθρώπινη συνείδηση.

Εδώ, αυτή η ανεπαίσθητη, αλλά καθοριστική αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας εκδηλώνεται ως μια τεράστια αντίφαση: Απ’ τη μία, «να μην ζήσουμε σαν δούλοι». Και από κάτω, το κενό ως πρόταγμα: Να ζήσουμε χωρίς Ιστορία, Πατρίδα, Μνήμη, Ταυτότητα, δηλαδή να ζήσουμε σαν δούλοι. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε τι έλεγε γι’ αυτούς ο Γκύ Ντεμπόρ στα Σχόλια Πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος (1985).

[…] Το άτομο, που έχει σημαδευτεί βαθύτερα από οποιοδήποτε άλλο στοιχεία της εμπειρίας του, από αυτή την εκπτωχευμένη θεαματική σκέψη, θέτει εξ αρχής εαυτόν στην υπηρεσία της καθεστηκυίας τάξης, ακόμα και όταν υποκειμενικά μπορεί να είχε την εντελώς αντίθετη πρόθεση. Στην πραγματικότητα, θα υιοθετήσει την γλώσσα του θεάματος, διότι είναι η μοναδική με την οποία είναι εξοικιωμένος* η μοναδική με την οποία έμαθε να ομιλεί. Δίχως αμφιβολία, θα επιθυμούσε να θεωρείται εχθρός της ρητορικής της –αλλά θα χρησιμοποιήσει το συντακτικό της. Τούτη είναι μια από τις πιο σημαντικές διαστάσεις της επιτυχίας που διακρίνει την κυριαρχία του θεάματος.

Guy Debord, Comments on the Society of the Spectacle, Verso, Λονδίνο 1998, σελ. 14

Advertisements

Κοστάντζο Πρέβε (1943-2013)


«η κοινώς λεγόμενη «αριστερή» παράδοση δεν είναι πλέον χρήσιμο εργαλείο για να στηρίξει μια σοβαρή στάση κριτικής
και αντίστασης απέναντι στη σημερινή καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση»  Κοστάντζο Πρέβε, 2001.

Από τους ελάχιστους ευρωπαίους μαρξιστές φιλοσόφους που αντιλήφθηκε και επιτέθηκε στο ‘νέο πνεύμα’ του καπιταλισμού, που κατανόησε τα σφάλματα της ευρωπαίκής αριστεράς πάνω στο ‘εθνικό ζήτημα’, που αντιλήφθηκε την σημασία της ‘σύγκρουσης των ταυτοτήτων’ στο νέο πεδίο των κοινωνικών ανταγωνισμών που εξελίσσεται στην αυγή του 21ου αιώνα. Και από τους ελάχιστους διανοούμενους που υπήρξαν τόσο σεμνοί και ταπεινοί -ένας αληθινός ‘μάστορας της γνώσης’.

Η απώλειά του τεράστια, με το γεγονός της, συνειδητοποιούμε ότι κινδυνεύουμε να απομείνουμε δίχως μαχητικούς πνευματικούς ανθρώπους σ’ έναν κόσμο κόλαση -που βουλιάζει σε μια θάνασιμη παρακμή.

Διαβάστε:

Πρόλογος της ελληνικής έκδοσης του έργου του, Ασίγαστο Πάθος (εξαιρετικό κείμενο).

Συνέντευξη στον Ρούντι Ρινάλντι, Η χρεοκοπία της κεντροαριστεράς στην Ιταλία.

Σπύρος Κουτρούλης, Παρουσίαση του βιβλίου του Πρέβε, το εθνικό ζήτημα στον 21ο αιώνα.

Η σχέση με το παρελθόν…

«‘Η σχέση με το παρελθόν σήμερα δεν είναι πολιτισμικό αλλά πολιτικό πρόβλημα. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι γίνεται σήμερα, αν δεν καταλάβεις ότι ένα ακόμα πράγμα που έχει αλλάξει τελείως σήμερα είναι η ζωντανή σχέση με το παρελθόν. Αυτό που κάνουν σήμερα οι εξουσίες –το βλέπω να συμβαίνει στην Ιταλία, όπως στην Ελλάδα– είναι να εξαρθρώνουν το σύστημα «μετάδοσης» του παρελθόντος’«.

Τζώρτζιο Αγκάμπεν, Η δημοκρατία είναι έννοια διφορούμενη, πηγή: εδώ.

Αναρωτιέμαι, για τον Αγκαμπέν, πως να είναι σαν υποστηρίζεις τέτοια πράγματα σ’ ένα κοινό ανθρώπων, που τα τελευταία είκοσι χρόνια στην Ελλάδα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να ‘εξαρθρώσουν’ το σύστημα μετάδοσης του παρελθόντος. Που πρωταγωνίστησαν στο να επιβάλλουν το ‘πνευματικό μνημόνιο’ του εθνομηδενισμού στην ελληνική κοινωνία και που, σε ορισμένες τους ‘συνιστώσες’ συνεχίζουν να το κάνουν ακόμα και σήμερα.

O Εχθρός μου (2013), του Γιώργου Τσεμπερόπουλου

«Η ανάδυση της αντίφασης ανοίγει αιφνίδια έναν κρατήρα στον συλλογισμό, κάτω από την πίεση των βαθύτερων στρωμάτων του πραγματικού».

Ε. Μορέν

Χρόνια είχα να δώ μια ελληνική ταινία που θα με συναρπάσει. Ένα ξεκάθαρα ρεαλιστικό, ψυχοκοινωνικό δοκίμιο πάνω στην μετανάστευση, το έγκλημα, την ακραία λατινοαμερικανοποίηση της κοινωνίας μας, στο δράμα των ανθρώπων που συνθλίβονται εντός της. Μια ταινία που δεν έχει ψύγμα υπερβολής, και ταυτόχρονα δεν πέφτει στην παγίδα να μιλήσει για ‘λύσεις’. Από την αρχή μέχρι το τέλος της, σε καλεί να σκύψεις και να κοιτάξεις τον συλλογικό μας εαυτό όπως ακριβώς είναι -δίχως ίχνος ωραιοποίησης ή ιδεολογικοποίησης.

Δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι παραπάνω, η ταινία τα είπε όλα μόνη της.

Υ.Γ. Τρομερός ο Μανώλης Μαυροματάκης, στον ρόλο του πατέρα.

17η / 18η Νοέμβρη. Στιγμιότυπα

17/11 – Έξι με εννιά το απόγευμα: Στην ερεβώδη παράσταση της απύθμενης βλακείας

Πορεία. 3.000 νοματαίοι, κι αν. Αυτό που λέμε επέτειος με το στανιό. Στο μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων. Κατεβαίνουμε την Εθνικής Αμύνης. Κάποιοι βλαμμένοι αναρχοθολούρες με ύφος μονομαχίας στο Ελ Πάσο φωνάζουν:  «Μίσος ταξικό, ξεφτίλες πατριώτες». Είναι τύποι σαν και τους άλλους, που έστησαν πρόσφατα κάποιο αυτόνομο μαγαζάκι σε μια σχολή, και βγάλαν αφίσα με τίτλο «για την πάρτη μας, και την τάξη μας». Αν μη τι άλλο είναι ειλικρινείς: Μεσοαστοί, βολεμένοι, αντιγυρίζουνε αυθάδικα το μεσαίο τους δάκτυλο σ’ ένα σύστημα που τους κανάκεψε ως άδοξους μπάσταρδους. Σε απόλυτη αντίθεση με όσα ισχυρίζονται αυτοί, δεν διαθέτουν καμία μνήμη και ταυτότητα, είναι σχιζομητροπολιτάνοι, που έχουν για πατρίδα τους τα παιδικά τους χρόνια. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αναθρεμμένοι και άρτια εκπαιδευμένοι στο να ταυτίζουν τα όρια του σύμπαντος σε εκείνα της πάρτης τους, προσανατολίζουν όλη την πολιτική τους ενεργητικότητα στο να στήσουν ένα τεράστιο μνημείο στον εαυτό τους όπου και θα τον λατρεύουν –μα επιτέλους πόσο υπέροχος, κι επαναστάτης είναι!

Αυτή η γενιά, κομμάτι και από την δικιά μου γενιά, γεννήθηκε από μια συνάντηση. Από τη μία, των μετασχηματισμών της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας, που έθεσε την νεότητα και τις ιδιότητές της στο θεαματικό της επίκεντρο. Δηλαδή, την μετέβαλε σε προϊόν στάσης ζωής (λάιφ στάιλ), θέτοντας ορισμένες τις πτυχές (αμφισβήτηση, αυθορμητισμός) στο επίκεντρο της «ηθικής» (της ποιάς;  Ας γελάσουμε…) της. Αυτή η τάση, κοινή σε όλες τις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες διασταυρώθηκε με τα πανάρχαια ατομικιστικά σύνδρομα της δικής μας παράδοσης, και γέννησε έναν ιδιότυπο ελληνικό παιδοκεντρισμό. Σ’ ένα περιβάλλον ανήθικο, εύκολου πλουτισμού, και γενικευμένης αρπαχτής, αυτός ο παιδοκεντρισμός θα γεννήσει τέρατα –θα τσογλανοποιήσει συλλήβδην τις νεώτερες γενιές, και την δικηά μου. Κομμάτι αυτής της τσογλανοποίησης, είναι και τούτη η «νέα αυτονομία» που θέλει να παρουσιάζεται ως αντιεξουσιαστική, στην ουσία της όμως θηλάζει τις ιδεολογικές της τοξίνες από το ίδιο σύστημα  το οποίο καταγγέλλει: Κατά βάθος, απλά θέλει να κυριαρχήσει εντός του, να μεταβληθεί στο επίκεντρο, και να κάνει το ‘κομμάτι του’ σαν κουντουρντισμένο νήπιο που σκούζει στη μέση του σαλονιού.

Κάποτε, περιμέναμε ότι η κρίση θα συνετίσει τον νεοέλληνα «άδοξο μπάσταρδο». Η αλήθεια είναι ότι περιόρισε κατά πως την κυριαρχία του, κυρίως έκοψε την ολοένα και διευρυνόμενη αναπαραγωγή του. Ωστόσο, στον σκληρό πυρήνα της επικράτειάς του, πυροδότησε ένα κλίμα μαζικής υστερίας. Κοινώς, αυτοί που είναι τείνουν να γίνουν περισσότερο τσόγλανοι.

Έτσι βγήκανε, και στην προχτεσινή πορεία, και πιθήκιζαν ένα κάρο ασχήμιες, για να μας δείξουν ότι υπάρχουν, κι ότι είναι αποφασισμένοι. Από πίσω, ένα πλήθος, νεώτερων, που δεν έχουν μυηθεί ακόμα στις τελετουργίες τούτης της φυλής –που μάλλον ακόμα δεν έχουν μυηθεί στις τελετουργίες οποιασδήποτε φυλής, απλώς επαναλάμβαναν: «Μίσος ταξικό, ξεφτίλες πατριώτες…»… Προσπαθήσαμε να τους τρολλάρουμε όπως μπορούσαμε, δεν φωνάξαμε (πως θα μπορούσαμε άλλωστε;), αλλά τους αντιγυρίσαμε από κοντά: «Μίσος ταξικό, ξεφτίλα Βελουχιώτη» για να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι με τη μαλακία που φωνάζουν, δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο από το να βρίζουν και να εναντιώνονται στους ίδιους τους επαναστάτες, και τους κατατρεγμένους. Ότι αυτοί που στην πραγματικότητα επιδεικνύουν «ταξικό μίσος» στους πατριώτες, είναι οι άρχουσες τάξεις αυτού του τόπου «που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιά τους» καταπώς είπε και ο Άρης στον Λόγο της Λαμίας, τους «ιμπεριαλιστές που αποικιοποιούν τον ίδιον τους τον τόπο» που ‘λεγε και ο Νίκος Ψυρούκης. Κανένα αποτέλεσμα. Ωστόσο το παράδοξο δεν συνίστατο στην αποτυχία μας. Εξάλλου, ένας κόσμος που ‘χει ανατραφεί δίχως Λόγο, δεν παίρνει από λόγια. Το παράδοξο ήρθε, όταν ακολούθησε το επόμενο σύνθημα: «Λαέ, θυμήσου, το χώμα που πατάς, Λευτέρωσε ο Άρης και ο ΕΑΜ Ελλάς». Σοκ. Οι ίδιοι άνθρωποι φωνάζουν το αυτό και το αντίθετο. Οι ίδιοι άνθρωποι φάσκουν και αντιφάσκουν. Διότι απλά δεν ακούν, και δεν σκέφτονται: Φωνάζουν. Η οικειοποίηση και η αναπαραγωγή των συνθημάτων δεν υπόκειται σε καμιά λογική διαμεσολάβηση. Το κριτήριο είναι ηχητικό: Να κάνει ρίμα και να ακούγεται γαμάτο (σύμφωνα με την κυρίαρχη, χιπ χοπ μενταλιτέ). Να ‘ναι ένα καλό σάουντρακ, που συνοδεύεται με το κατάλληλο σκηνικό (η τράπεζα που καίγεται σας χαιρετά) και την αντίστοιχη γκάνκστα ενδυματολογία (μαύρα στρατιωτικά, χούντις, κασκόλ).

Καταλάβαμε έκπληκτοι ότι πρόκειται για σκηνοθεσία, μάλλον για την εισαγωγή σε κάποιο βίντεο κλίπ, τη στιγμή που περάσαμε το συντριβάνι, και αφήσαμε το δομημένο πολεοδομικό συνεχές του κέντρου για να πορευτούμε προς το (φτου ξελευτερία!) άσυλο του πανεπιστημίου: Τότε περιφρούρηση με την σοβαρότητα που αρμόζει στην στιγμή, κραδαίνοντας τα καδρόνια με τις κόκκινες σημαίες ούρλιαξε «αλυσίδες σύντροφοι!», και αμέσως η μάζα του κόσμου αναδιπλώθηκε σε κορδόνια: Δίχως να φαίνεται ούτε ένας (αριθμός, ένας) μπάτσος στον ορίζοντα, μέσα στα σκοτάδια της Εγνατίας, στο σημείο μεταξύ της ΔΕΘ και της Θεολογικής. Γεγονός, βέβαια, που δεν απέτρεψε τους μπόμπιρες της περιφρούρησης να πραγματοποιούν σποραδικά μανούβρες ετοιμότητας, δοκιμάζοντας την συνοχή των γραμμών τους. Όχι μόνο τότε, αλλά καθ όλη την διάρκεια της διαδήλωσης.

…Και στην Τσιμισκή, οπόταν, οι θαρραλλέοι αυτόνομοι, μοναχικοί καβαλλάρηδες, μαχητές, στέκονταν περήφανοι έξω από τις αλυσίδες με τα καδρόνια, και γράφανε ουρανομήκεις μαλακίες –τάχα εξυπνάδες της δικής τους καταναλωτικής φυλής [λάιφστάιλ]– σε μαύρα στόρια, με μαύρο σπρεϋ.

Δίπλα, ένα ζευγάρι πενηντάρηδων αριστερών, σε απόλυτη ιδεολογική άνοια –κάτι σαν την Θεοπούλα της ηλίθιας σειράς του Τοπουζίδη  θαύμαζε: «Αχ! Τα νιάτα!»

Απύθμενη βλακεία, που δίνει απόσταση από την τραγωδία: Κλαυσίγελος.

19/11 (βαθιά) Τούμπα, 12.30 π.μ.

Σε είδα τα πρώτα λεπτά της Τρίτης σε κάποιο σουβλατζίδικο στην Τούμπα. Είχες ντυθεί στην τρίχα. Ήσουν βαμμένη. Μασουλούσες ένα σάντουϊτς.

Βγήκες ραντεβού. Εκείνος, σε πήγε στην καφετέρια και μετά στο… Γυράδικο. Ποια γαμημένη διαστροφή ρομαντισμού να ωθεί κάποιον να βγεί με την κοπέλα του ραντεβού σ’ ένα γυράδικο με λαμέ διακόσμηση, όπου η σούβλα με τον παραγεμισμένο, ντοπαρισμένο κρέας γυρνάει στη μέση σαν την ντίσκο μπάλα;

Έφαγε, και τώρα παίζει με το κινητό του.

Εσύ αποστρέφεις το βλέμμα προς το παράθυρο και κοιτάς σα να θέλεις να δραπετεύσεις.

Μετά ίσως πάτε σπίτι…

Είδα στο βλέμμα σου την πεζότητα μιας ζωής της Τούμπας, που θα περάσει σα θητεία μέσα στις καφετέριες και τα γυράδικα. Εσύ σε όλη σου τη ζωή θα μασάς σιωπηλή, θα γίνεις διαδοχικά φίλη, γκόμενα, μητέρα. Αυτός σε όλη του τη ζωή θα κοιτάει αλλού, θα γίνει διαδοχικά κολλητός, γκόμενος, σύζυγος. Θα κρατάει κινητό, ταμπλέτα, την επόμενη τεχνολογική μαλακία του εξελικτικού μας θαύματος.

Στην ενδοχώρα των Θεσσαλονικιών μεσοαστικών προαστίων. Στους βούρκους από τσιμέντο. Όπου τα πράγματα είναι πάντοτε όπως τα αφήνεις. Ατάραχα, σα σε νεκρή φύση.

Πολυτεχνείο, 40 χρόνια μετά: Ιστορική αναθεώρηση, φετιχοποίηση, εξουδετέρωση.-

Συχνά, αναρωτιόμαστε πως σκατά ανέχτηκε η ελληνική κοινωνία επί επταετίας τύπους σαν τον Παπαδόπουλο και τον Παττακό. Πώς η εξέγερση του Πολυτεχνείου κατεστάλη, και μετά χρειάστηκε η εισβολή και η κατοχή της Κύπρου, δηλαδή ο βίαιος ακρωτηριασμός του εθνικού μας Σώματος, για να πάψει η δικτατορία.

Αυτή η διάσταση της σύγχρονης ιστορίας μας, ότι δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού επέδειξε μια ασυνήθιστη για την αντιστασιακή του φυσιογνωμία καρτερία κατά τα χρόνια της δικτατορίας, είναι που επανέρχεται και θέτει αμείλικτα ερωτήματα στις σημερινές συνθήκες.

Γιατί επί τετραετίας ανεχόμαστε τόσο σιωπηρά τα ακραία βάσανα που μας υποβάλει η Γερμανική Ευρώπη και οι εθελόδουλες ελληνικές κυβερνήσεις; Γιατί, τόσον καιρό, υπομένουμε τις ασχήμιες ενός πολιτικού κόσμου ο οποίος ακόμα και στις πιο αντιπολιτευόμενές του εκδοχές δεν πείθει για τίποτα άλλο πέρα από το ότι αναλίσκεται σε ‘ασκήσεις ετοιμότητας’ ώστε να πραγματοποιήσει με τη σειρά του μια άνευ οράματος διαχειριστική διακυβέρνηση, αφού και όταν τα χειρότερα θα έχουν συντελεστεί γι’ αυτόν τον τόπο;

Το «χούντα τότε και τώρα», ξέρετε, ως σχήμα ερμηνείας μιαν αναπόφευκτη συνέχεια: «Ησυχία τότε και τώρα».

Βεβαίως, σήμερα έχουμε Πολυτεχνείο. Και πρέπει να εορτάσουμε την επέτειο της εξέγερσης ενάντια στους δικτάτορες. Μόνο που έχουμε φροντίσει, όχι μόνον οι της εξουσίας Χρύσανθοι, αλλά οι κυριότεροι φορείς που αξιώνουν ‘συνέχεια’ με τους αγώνες του Πολυτεχνείου, εντός και εκτός των συστημικών τειχών, να τους βαλσαμώσουμε. Πως; Μα βγάζοντάς τους παντελώς έξω από το ιστορικό-πολιτικό-κοινωνικό τους συγκείμενο και προβάλλοντας την δική μας, σύγχρονη πολιτική ιδιοσυγκρασία επάνω τους, συχνά πλαστογραφόντας το ίδιο το μήνυμά τους.


Αφίσα της ΑΝΤΑΡΣΥΑΣ για τα 40χρονα της Εξέγερσης.
Που πήγαν οι ελληνικές σημαίες του Πολυτεχνείου (οεο;) vol.1

Έτσι, για παράδειγμα, η παρέμβαση του Χρύσανθου Λαζαρίδη εμφανίζει το Πολυτεχνείο, ως εμπειρία-γεννήτωρ ηθικών αρχών και αξιών, οι οποίες θα τον οδηγήσουν μετά τριών δεκαετιών στο να διατυπώσει τις βασικές κατευθύνσεις της… ‘ριζοσπαστικής διακυβέρνησης’ Σαμαρά! Αυτό, όμως, είναι ελάχιστο, ακριβώς γιατί είναι τόσο τραβηγμένο που όλοι αντιλαμβάνονται το θλιβερό γεγονός ενός ανθρώπου βυθισμένου σε ηθικά και αξιακά τάρταρα, που εκθέτει προς πώληση τα τελευταία ‘ασημικά’ της νιότης του.

Η ίδια τάση, ωστόσο, επιβεβαιώνεται και σ’ ένα μεγάλο κομμάτι εκείνων που γιορτάζουν στους δρόμους την επέτειο. Διαβάζοντας τις αφίσες τους, και ακούγοντας αυτά που έχουν να πούνε για το Πολυτεχνείο σήμερα,  κανείς εισπράττει ένα ιστορικά αποστειρωμένο μήνυμα, κατάλληλα μεταλλαγμένο από τα ήθη και τις αντιλήψεις του σήμερα. Έτσι για παράδειγμα, το ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο (Κατοχή-Εθνική Αντίσταση-Εμφύλιος-Μετεμφυλιακό Κράτος-Άνοιξη του 1960 και αποκορύφωμά της με τα Ιουλιανά του 1965 – Γύψος της δικτατορίας –Πολυτεχνείο – Κύπρος – Ιστορικός μεταπολιτευτικός συμβιβασμός)  απουσιάζει εντελώς από την σύγχρονη αναπαράσταση της ιστορίας. Βγαίνουν από το κάδρο έτσι ζητήματα άβολα, στα οποία η σύγχρονη αριστερά δεν μπορεί να απαντήσει: «Γιατί οι εξεγερμένοι κρατούν ελληνικές σημαίες;» ,  «Ποιος ο ρόλος της Κύπρου στην μετεμφυλιακή Ελλάδα; Και γιατί η δικτατορία την πρόδωσε αλλεπάλληλα;», «Γιατί η χούντα έβαλε τις βάσεις για την ελληνοτουρκική φιλία;», «Που είναι σήμερα η εργατική τάξη  που έθετε τη χώρα μας πρώτη σε ολόκληρο τον πλανήτη σε ημέρες απεργίας στα εργοστάσια το 1964 (!) και που σάρωνε το κέντρο της Αθήνας το 1965;», «Γιατί η περιφρούρηση του ΚΚΕ ξυλοφόρτωνε όσους το 1964 φώναζαν ‘ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο’ και ‘Έξω οι Αμερικάνοι’, και γιατί μετέβαλε τα συνθήματα αυτά σε σημαία του δέκα χρόνια αργότερα, όταν ακόμα και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έθεσε τη χώρα μας εκτός ΝΑΤΟ;» και τέλος «Γιατί οι σημαντικότεροι σταθμοί στην λαϊκή αγωνιστική ιστορία της δεκαετίας του 1960 , μέχρι το 1974 ήσαν αυθόρμητοι, με τον πολιτικό κόσμο κεντροαριστεράς (Ανδρέας) και αριστεράς (ΚΚΕ) να τρέχουν ασθμαίνοντας από πίσω;».

Καλά, αυτοί κρύβουν την Πανσπουδαστική ν.8, στην οποία κατήγγειλαν την αυθόρμητη
εξέγερση ως έργο ‘προβοκατόρων’, στις ελληνικές σημαίες θα κωλώσουν;

Εν αντιθέσει με όλα αυτά, οι σύγχρονοι εορτασμοί, και αναπόφευκτα, οι νέες ιστορικές αφηγήσεις για την πραγματικότητα και το μήνυμα του Πολυτεχνείου έχουν κάτι από την μαρκετίστικη οπτική με την οποία τείνει σήμερα το ίδιο το σύστημα να αναπαράγει όλους τους αγώνες της δεκαετίας του 1960: «Η ατίθαση νεολαία που συγκρούστηκε με τον πουριτανικό, αυταρχικό δικτατορικό καθεστώς για τα κοινωνικά πολιτικά δικαιώματα». Το Πολυτεχνείο, ως «δικαιωματική εξέγερση»…

Οι μισές συνιστώσες θέλουν να φαίνεται, οι άλλες μισές θέλουν να την κάψουν.
Βάλτην σε fade out, να κρέμεται σαν κουρτίνα, να τελειώνουμε. Κατά τα άλλα
‘το Πολυτεχνείο ζεί στους αγώνες του σήμερα’, δηλαδή σα να λέμε: συζήτηση
για τα ιστορικά διδάγματα κομμένη, πάρε πανό, βούρτσα, και κουβά και τρέχα…

Η αφήγηση αυτή, μπορούσε να λειτουργεί κάλλιστα στις εποχές της υστερομεταπολιτευτικής αφθονίας. Στις εποχές της ‘παράδοσης’ και του ‘συμβιβασμού’ όπου λίγοι σε αυτήν την κοινωνία αμφισβητούσαν τις κεντρικές κατευθύνσεις της χώρας, και της ιδεολογίας που είχαν επιβάλει οι άρχουσες τάξεις πάνω στην κοινωνία (εθνομηδενισμός- ευρωλιγουρισμός). Εξ άλλου, συμβάδιζε με το ευρύτερο καταναλωτικό ήθος που θέλει ντε και καλά να αποθεώνει παντού τα νεανικά στοιχεία, να ταυτίζει την ‘νεανικότητα’ με την ‘αμφισβήτηση’, τον ‘δυναμισμό’ και την ‘καινοτομία’.

Σήμερα όμως που εξελίξεις και τα γεγονότα επιφυλάσσουν μια θλιβερή υποστροφή της χώρας σε συνθήκες σαφέστατα χειρότερες από εκείνες της δεκαετίας του 1960, σήμερα που το φάσμα της εθνικής υποδούλωσης και του κοινωνικού εξανδραποδισμού επανέρχεται πιο αμείλικτο ακόμα και σε σχέση μ’ εκείνην την κατασκότεινη πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο 1949-1953, η ιστορική αποστείρωση του Πολυτεχνείου φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα: ‘Φετιχοποιεί’ το μήνυμα της εξέγερσης, την μεταβάλει σε τοτέμ, αφαιρώντας της ακριβώς εκείνα της στοιχεία που θα ξαναέβαζαν φωτιά στις λέξεις Ψωμί- Παιδεία-Ελευθερία.

‘Συχνά, ο σπόρος της δράσης του ελληνισμού καρπίζει σε χωράφι ξένο’

 

Κωστής Μοσκώφ, Δοκίμια Ι, εκδόσεις Εξάντας [οι σελίδες αναγράφονται στα αποσπάσματα], Αθήνα 1979.

Ποιά είναι λοιπόν αυτά τα αργόσυρτα χαρακτηριστικά της Ελληνικής Ιστορίας; Τι υπάρχει μέσα στην τάση των αιώνων που καθορίζει αυτή την επαναλαμβόνεμη συχνή εξουδετέρωση της κοινωνικής της ενέργειας, τι καθορίζει τη διαρκώς επαναλαμβανόμενη αποδυνάμωσης της ελλαδικής κοινωνικής πράξης;

Βασικό δομικό στοιχείο των κοινωνιών που σχηματίζονται στον ελλαδικό χώρο μέσα στην Ιστορία είναι η στήριξή τους στον εξωτερικό χώρο. Η ελληνική κοινωνία μένει σταθερά ανοιχτή, δίχως να λειτουργεί σαν μια οντότητα αυτόνομη, δίχως να παράγει δηλαδή από μόνη της τις κινητήριες δυνάμεις της ύπαρξής της. Η διαδικασία της ελληνικής ιστορίας, η ίδια η ιστορία μας, πραγματοποιείται σε μεγάλη εξάρτηση με χώρους που η ελληνική κοινωνία δεν ελέγχει –πράγμα που αποβαίνει σε μεγάλο βαθμό ανατρεπτικό της ανεξαρτησίας της.

Η ιδιομορφία αυτή, το διάχυτο των ελληνικών κοινωνιών, βασίζεται στη γεωγραφική διάρθρωση του ελληνικού χώρου, μια μόνιμή του κατάσταση από τις αρχές της ιστορίας του ανθρώπου στον τόπο μας.

Μέσα στην εξελισσόμενη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας, ο χώρος και ο χρόνος συμφύρονται διάσπαστα. το αρχαίο ελληνικό κοινωνικό σύστημα, ο εμπορευματικός δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής, είναι έτσι πρώτιστα έργο του χώρου, της γεωγραφικής θέσης και ιδιοσυστασίας του. Με την αργόσυρτη κίνηση του χώρου μέσα στο χρόνο, οι διαδοχικοι΄τρόποι παραγωγής, που εκράζονται σαν συμπτώματα μιας παγκόσμιας νομοτέλειας του κοινωνικού γίγνεσθαι, θα δώσουν κάθε φορά στο σύστημα το άλλο οικονομικό, πολιτικό ή πολιτιστικό περιεχόμενο. Το τοπίο όμως θα μετέχει πάντοτε καθοριστικά, θα ωθεί θα έλεγε κανείς στην εμφάνιση του εξελικτικούς νόμους. Αυτό μένει ο δημιουργός του τρόπου ζωής του ελλαδικού ανθρώπου.

Στην Ελλάδα η ανθρώπινη και η φυσική ενόττηα που καθορίζουν -και καθορίζονται- από την κοινωνική δομή, θα επικαθορίζονται από την αλληλοσυσχέτισση του βουνού και της θάλασσας. Η ενόττηα αυτή, που καθορίζει με την ύπαρξή της τη δομή του ελλαδικού χώρου, σπάει τον ελληνικό χώρο σε ενότητες μικρότερες, υποτελείς. Η θάλασσα παραμένει κοντινή. Διατηρεί την αλληλουχία του συνόλου, αλλά κάθε κοιλάδα, κάθε ακτή, αποκτούν τη δική τους υπόσταση. Η παραγωγή εξειδικεύεται ανάλογα με τις γεωγραφικές ροπές του καθ’έκαστα τόπου. Έτσι διαφοροποιημένη, οδηγεί μέσα από την εξειδίκευση την επιτάχυνση της αύξησης ων παραγωγικών δυνάμεων.

Το ίδιο σημαντικό, η παραγωγή, έτσι διαφοροποιημένη οδηγεί τον άνθρωπο στην επικοινωνία και στην ανταλλαγή. Ανταλλαγή που αρχίζει στις αρχές της ιστορίας μας ακόμη από το πεδίο της οικονομίας, αλλά που επεκτείνεται και στο πεδίο της ιδεολογίας και στο πεδίο της πολιτικής, οξύνει το πνεύμα και βοηθά στην πρώιμη σύνθεση. Ο χώρος ωθεί στην κινητικότητα. Ο ελλαδικός άνθρωπος θα γεννήσει έτσι, ωθούμενος από τη γεωγραφική υφή και θέση του ελλαδικού χώρου, ένα καινούριαο κοινωνικό μοντέλο, που θα αποτελέσει μια καθοριστική στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία, την απαρχή ενός θεμελιακού μετασχηματισμού της Ιστορίας. Με τη μορφή της εμπρευματικής δουλοκτητικής κοινωνίας. η αρχαία ελληνική κοινωνία θα κατασκάψει σταδιακά τα θεμέλια των ανατολικών δουλοκτητικών δεσποτειών, αντικαθιστώντας τον κυρίαρχο τότε στον κόσμο ληθαρδικό τους γιγαντισμό με δικά της ομοιώματα μιας πληθώρας κινητικών κοινωνιών, που θα καλύψουν όλο το χώρο της Μεσογείου, επιταχύνοντας έκτοτε την Ιστορία.

[…]

Ωστόσο η φύση αυτού του μοντέλου, θα αποβεί τραγική για τον ελλαδικό άνθρωπο. Η ίδια η υπόσταση του κινητικού αυτού μοντέλου προϋποθέτει τη συνεχή του διάχυση, καθώς η ελλαδική κοινωνία ζεί και κινείται όχι στον αποκλεστικό εθνικό χώρο της, αλλά σ’ένα πλατύτερο χώρο, όπου πραγματοποιεί την εμπορευματική της λειτουργία.

Αποδυναμωμένος από την αέναη αυτή γιονιμοποίηση του περιβάλλοντος, ο ελλαδικός χώρος, η ίδια η κοινωνική του δομή, θα βρεθεί σύμντομα έτσι υποτελής σε δυνάμεις που η ίδια η ενέργειά της έχει δημιουργήσει. Είναι η μακρόχρονη ιστορία της δουλείας της από τους ελληνιστικούς ακόμα χρόνους. Ο Ελληνισμός, πραγματοποιώντας την οικονομική δράση του, διαχέεται έτσι συγχρόνως σ’ολόκληρο τον ανατολικό μεσογειακό χώρο, και παραπέρα σ’όλη τη Μέση Ανατολή, ως τη μακρινή ακόμα Βακτριανή της Κεντρικής Ασίας. ΜΕταφυτεύει εκεί παντού τις βασικές τάσεις του, ανοίγει το δρόμο στις εμπορευματικές σχέσεις. Αυτός ο Ελληνισμός θα ρίξει τις πρώτες πετριές στην πατριαρχική κοινωνία, στη δουλοκτητική δεσποτεία, κατόπιτν στη φεουδαλική οικονομία, από την Ιωναί ως την Αίγπυτο των Ελλήνων πρωτοκλασάτων του περασμένου αιώνα, την Αίγυπτο του Μωχάμετ Άλη.

[…]

Η αποδυνάμωση του Ελληνισμού, μέσα σε μια τέτοια διαδικασία, η συχνή εξουδετέρωση της οικονομικής, πολιτικής και πλιτιστικής ενέργειας, έρχεται σαν επακόλουθο αυτής της διάχυτης δομής των συστημάτων που αναπτύσσονται στον ελληνικό χώρο. Συχνά, ο σπόρος της δράσης του Ελληνισμού καρπίζει σε χωράφι ξένο.

[…]

Ξέρουμε πως η γεωγραφία και η γεωπολιτική, ακόμη από τους αρχαϊκούς χρόνους, έβαλαν τα θεμέλια της ιδιόμορφης ελλαδικής κοινωνικής δομής μες στην οποία διαρθρώνονται τα συστήματα παραγωγής διαμορφώνοντας έτσι την ιστορία μας σαν ένα επώδυνο γίγνεσθαι. Οι ίδιοι αυτοί παράγοντες οδηγούν, μέσα από το εξωστρεφές και διάχυτο της υποδομής, στην επαναλαμβανόμενη εξουδετέρωση της λαϊκής ενέργειας μέσα στην Ιστορία. Ο ελληνικός λαός λειτουργεί σαν καταλύτης αυτοαναλισκόμενος, καταλύτης που επιταχύνει το παγκόσμιο γίγνεσθαι, αοδυναμώνοντας ωστόσο με την πράξη του αυτή την ανάπτυξή του στο εσωτερικό της χώρας του, μένοντας τελικά αθωράκιστος και τραγικά ευάλωτος στην πίεση πάνω του του εξωτερικού χώρου. Οι ίδιοι αυτοί παράγοντες της διάχυσης και της εξωστρέφειας, που επιβιώνουν στα διαδοχικά συστήματα παραγωγής μυστικοποιώντας, αποκρύβοντας τις κυριαρχικές αντιθέσεις, οδηγούν και και το κίνημα της εργατικής τάξης στην τραγική κατάληξη του έπους της Εθνικής μας Αντίστασης, ακριβώς τη στιγμή που φαίνεται μέσα από την εθνικολαϊκή πράξη να πραγματοποιείται η άρνηση της άρνησης, η εξουδετέρωση της αποσυντεθειμένης κυρίαρχης τάξης μας, του συστήματος της εξάρτησης. Στις στιγμές που πραγματοποιείται η άρνηση της άρνησης, γενιιέται αυτή η τραγικότηερη στιγμή του νεώτερου ελληνισμού. Η κορυφαία στιγμή της εθνικής και κοινωνικής μας αυτοπραγμάτωσης, καταλήγει έτσι να μη βρεί την Κάθαρση. Καταλήγει στο να παρατείνει την Κάθαρση σε μια συλλογική μακρόσυρτη αγωνία… [σελ. 18-21]

***

Αυτή η συνέχεια της Αντίστασης, αυτή η επιμονή του λαού μας στην πράξη της άρνησης της εθνικής και κοινωνικής μας αλλοτρίωσης, που επέβαλαν πάνω του οι ιδιομορφίες, το διάχυτο των κοινωνικών δομών του, αυτή η πεισματική εμμονή στην εθνικολαϊκή πάλη αποκαλύπτει το άλλο, δεύτερο δομικό στοιχείο του ελληνικού ιστορικού γίγνεσθαι.

Ο καημός της Ρωμιοσύνης […] δεν είναι λοιπόν μόνο αυτή η αίσθηση της τόσο συχνά επαναλαμβανόμενης εξουδετέρωσης της λαϊκής ενέργειας μέσα στην ελληνική ιστορία. Είναι και η άλλη του στιγμή, η στιγμή της άρνησης αυτής της εξουδετέρωσης, η όρθια στάση του λαού μας, που με το εθνικό του φιλότιμο ξεπερνά πάντοτε μες στον καιρό τη λεγόμενη «γεωπολιτική του μοίρα», τη δυσμορφία κάποιων δομών του εθνικού του γίγνεσθαι.

Τη στιγμή του πάθους διαδέχεται σταθερά η στιγμή της κάθαρσης. Η διαλεκτική των δύο αυτών στιγμών του γίγνεσθαί μας  αποτελί το βασικό σχήμα της παραδοσιακής ιδεολογίας μας, της χριστιανικής ορθοδοξίας, όπου η στιγμή της κάθαρσης εκφράζει το μη υλικά βιωμένο -μια πραγματικότητα έγκλειστη στο πεδίο της ιδεολογίας. Ένα Λόγο που δυσκολεύεται να γίνει Πράξη, και έτσι αποδιωγμένος στο διαρκές του συλλογικού μας υποσυνειδήτου, γίνεται ο καθοριστικός πυρήνας γύρω από τον οποίο δομείται όλη η παραδοσιακή ιδεολογία, ή τουλάχιστον η λαϊκή ης ανάγνωση μέσα από τη θεολογική γλώσσα της εποχής.

Ωστόσο μέσα από την αντιῑμπεριαλιστική συσπείρωση –στιγμή μιας ενιαίας διαδικασίας που αντιμάχεται τις ίδιες τις δομές του κυρίαρχου εμπορομεσιτικού συστήματος-δημιουργούνται σήμερα οι ππροϋποθέσεις για ένα αύριο ριζοσπαστικά διαφορετικό, που θα αρχίσει να πραγματώνεται στην επαναστατική πράξη του κάθε μας σήμερα. [σελ. 42-42]

Πλαταμώνας 1973-1979

…Ακόμα διαφεντεύουν, μωρό μου, τα καθάρματα

Μα κι αν κατέρρευσε το τέρας το τρομερό του παρασιτισμού, κι αν ξόφλησε ο κόσμος ο παλιός, ακόμα διαφεντεύουν, μωρό μου, τα καθάρματα.

Όλον των ειδών τα καθάρματα, που γεννήθηκαν μέσα στο κλίμα της γενικευμένης λουμπενοποίησης* των ηθών που έσπειρε ολούθε το τέρας που τώρα πέθανε, μα που θα στοιχειώνει για καιρό τούτην την χώρα.

Την λουμπενοποίηση των ηθών, το νόμο του ισχυρού, της εξαπάτησης και το κουραδομαγκιλίκι που κυριαρχεί αλόβητο από την κρίση σ’ όλα τα επίπεδα. Όχι σ’ εκείνα των θεσμών, μοναχά, αλλά και στην περίφημη «μικροφυσική της εξουσίας», μεταξύ των σχέσεων και μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους.

Παραμένουμε, κόρη, τότε και τώρα, ακόμα, ξένοι σ’ αυτόν τον κόσμο. Καμωμένοι από άλλο υλικό. Μετεωριζόμαστε στον κόσμο της Ιστορίας, των Ιδεών και του Στοχασμού ποιοί; Εμείς της Απαισιοδοξίας της Λογικής και της Αισιοδοξίας της Βουλήσεως. Οι αθεράπευτοι οπαδοί της πράξης.

Ίσως γι’ αυτό. Όχι από ιδεαλισμό, μα από ρεαλισμό να τείνουμε προς τα εκεί. Αφού ‘ναι γραφτό του τόπου σήμερα , να λυγίσει ταυτόχρονα από πείνα και ξεφτίλα.

υ.γ. Δες κι αυτό

—————————–

*Μιλώντας για δομές και πρακτικές, συχνά ξεχνούμε ότι εξίσου πάσχει το παραδειγματικό πλαίσιο. Δηλαδή εκείνο που καθορίζει το φάσμα των πιθανών επιλογών του καθενός μας, και εν τέλει προσανατολίζει τις συμπεριφορές μας. Κι εδώ, υπάρχει μια πτυχή της παρακμής του τόπου που δεν το έχουμε επισημάνει επαρκώς, ή τελοσπάντων, έκθαμβοι αντικρίζουμε τις πραγματικές τους διαστάσεις: Τα τελευταία χρόνια, δεν ήταν μόνο οι άρχουσες τάξεις Λούμπεν, όπως πολύ εύστοχα τις χαρακτήριζε ο συγγραφέας της 17 Νοέμβρη [ΛΜΑΤ – Λούμπεν Μεγαλοαστική Τάξη]. Είχαμε να κάνουμε με μια ηγεμονία του λούμπεν, ως καθολικό υπόδειγμα συμπεριφοράς, το οποίο υιοθετούσαν όλοι ανεξάρτητα από την ταξική/πολιτισμική τους ταυτότητα, το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο, την πολιτική τους τοποθέτηση.