Κοινωνική ηλιθιότητα (σκόρπιες σημειώσεις)

Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο να περιγράψουμε την δομή και τη λειτουργία του κοινωνικού κόσμου, αν δεν επανεισάγουμε το κεφάλαιο σε όλες τις μορφές του –και όχι μόνον σε εκείνη που αναγνωρίζεται από την οικονομική θεωρία. […]

Πιέρ Μπουρντιέ, Μορφές του Κεφαλαίου, πηγή (και συνέχεια): εδώ

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που έχει αναλύσει ο Πιέρ Μπουρντιέ, είναι ο ρόλος μορφών  του κεφαλαίου που τυπικά θεωρούνται εξω-οικονομικές στην διαδικασία της ταξικής διαφοροποίησης. Δηλαδή, το τι ρόλο παίζει το εκπαιδευτικό ή το κοινωνικό κεφάλαιο στο πως διαμορφώνονται και διακρίνονται μεταξύ τους οι τάξεις.

Πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο λίγα έχουν ειπωθεί (αλλά πολλά έχουν συμβεί) στη χώρα μας. Για παράδειγμα, ο πανεπιστημιακός διανοούμενος ο οποίος διακυρήττει ότι έχει αφιερώσει την διανοητική του δραστηριότητα στην υπεράσπιση μιας αφηρημένης ‘ταξικότητας‘ των κατατρεγμένων(sic!), ενώ την ίδια στιγμή το μορφωτικό κεφάλαιο που κατέχει τον κατατάσσει πολύ ξεκάθαρα αναμεταξύ των ταξικά κυρίαρχων, είναι (ήταν) πολύ γνώριμη φιγούρα μέσα στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Εκείνο που δεν έχει γίνει γνωστό, όμως, είναι ο ιδεολογικός μηχανισμός, το διανοητικό τρυκ, μέσα από το οποίο υποκρύπτει τον δικό του ταξικό ρόλο -που όπως είπαμε εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πιστοποιημένη συσσώρευση γνώσεων (πτυχία, διδακτορικά, δημοσιεύσεις, και-δεν-συμμαζεύεται)- υπερασπιζόμενος μια ταξικότητα -την οποία όμως νοεί αποκλειστικά με την παραδεδομένη, κοινότοπη έννοια του ρόλου μέσα στην παραγωγική διαδικασία.

Όμως έτσι όπως η τελευταία (η παραγωγική διαδικασία, ντε) έχει μετασχηματιστεί στις πολύπλοκες κοινωνίες που ζούμε, και τείνει να ενοποιήσει κατά τη λειτουργία της πεδία εξω-οικονομικά (η πολύ απλή σκέψη ότι η παραγωγή έχει εξέλθει πλέον από τα τείχη των εργοστασίων, και γίνεται κοινωνική παραγωγή ενσωματώνοντας στο εσωτερικό της και μορφές του συλλογικού μας βίου που μέχρι πρότινος θεωρούνταν εξω-οικονομικές), είναι πολύ δύσκολο να βρείς έναν προλετάριο με το κατσαβίδι, ο οποίος υπόκειται σε κλασικές και παραδεδομένες μορφές εκμετάλλευσης.

Και επειδή είναι πολύ δύσκολο να τον βρείς, καθώς η πραγματικότητα έχει προχωρήσει, και μαζί τις έχουν προχωρήσει και οι μέθοδοι της εκμετάλλευσης -τότε γίνεται πολύ εύκολο να τον καταστήσεις τοτέμ, και να τον μεταβάλεις σ’ ένα προπέτασμα καπνού, το οποίο υποκρύπτει την πραγματική εκμετάλλευση, την πραγματική κοινωνική διαίρεση.

Έτσι, και πιο λιανά, μπορεί ο εν λόγω διανοούμενος να χέζεται στο τάληρο, να κολυμπάει μέσα στα ευρωπαϊκά προγράμματα, να συναλάσσεται ανοιχτά με ανακτορικούς ή εν πάσει περιπτώσει να ζεί σ’ έναν παράλληλο κόσμο ευημερίας που ο σύγχρονος πληβείος δεν τον έχει φανταστεί ούτε στα όνειρά του, την ίδια στιγμή που σηκώνει ψηλά τις σημαίες των ‘κολασμένων’. Πως το λεγε ο Μάο; Αυτοί που σηκώνουν τις σημαίες της εργατικής τάξης, για να πλήξουν την εργατική τάξη. Κάπως έτσι.

Βέβαια, δεν είναι μόνον αυτή η φιγούρα που έχει να κάνει με την σχέση μορφωτικού κεφαλαίου και ταξικής διαφοροποίησης. Υπάρχει και μια άλλη φιγούρα, που στέκει στον αντίποδα και που φωτίζει εξ ίσου, αν θέλετε, την εξουσία που συνεπάγεται η κατοχή του μορφωτικού κεφαλαίου. Είναι εκείνη η φιγούρα που έχει φωτίσει με το έργο του (και ιδιαίτερα με την εκπαίδευση της αμάθειας) ο Ζαν Κλωντ Μισεά. Η φιγούρα του μορφωτικά αποστερημένου, αποβλακωμένου φτωχού. Του καταναλωτή tittynteiment (ελληνιστί βυζοδιασκέδαση, δηλαδή του απόπατου των πολιτιστικών υποπροϊόντων της σύγχρονης κουλτούρας –λέγε με τηλεόραση κ.ο.κ.). Αυτού που στην Αγγλία ονομάζουν chav, και στην Ελλάδα αντιπροσωπεύεται από τις νεώτερες γενιές μεταλλαγμένων νεοελλήνων.

Δυστυχώς, στον σημερινό κόσμο μας, τείνει να συνεπάγεται αυτόματα το ότι εφόσον ο πλούσιος ή εν πάσει περιπτώσει ο κυρίαρχος είναι έξυπνος (ή μορφωμένος), ο φτωχός είναι βλάκας και αμόρφωτος. Με αυτήν την κατάσταση να συνεπάγεται την ολοκληρωτική αποστέρηση οποιασδήποτε διανοητικής (και κατά συνέπεια κοινωνικής) δεξιότητας.

Δυστυχώς, στην ελληνική κοινωνία αυτού του τύπου η κοινωνική βλακεία υπήρξε διάχυτη την τελευταία 25ετία. Προωθήθηκε από το καθεστώς, μέσα από τα κυρίαρχα πρότυπα που διαμόρφωνε η εκπαίδευση, η τηλεόραση, οι πομποί του κατεστημένου λάιφ στάιλ. Όλοι οι πόλοι που εξέπεμπαν την κυρίαρχη ιδεολογία συνέπραξαν κατά κάποιο τρόπο στην παραγωγή μιας κοινωνικής πλειοψηφίας που είναι ανίκανη να πετύχει οτιδήποτε. Που καθηλώνεται στη χαμηλότερη βαθμίδα του χρήστη, καταναλωτή  και στις περιόδους της σαρωτικής οικονομικής κατάρρευσης, του επαίτη. Του ανθρώπου που έχει αποστερηθεί από κάθε δεξιότητα και που άγεται μέσα στην κοινωνική θύελλα σαν φτερό στον άνεμο -σ’ ένα πρωτόγνωρο και γι’ αυτόν που μεγάλωσε μέσα στην καταναλωτική θαλπωρή της ύστερης μεταπολίτευσης απόλυτα εχθρικό περιβάλλον.

Οι μεγαλύτεροι δεν έχουν συνειδητοποίησει πως αυτή η κοινωνική παθογένεια θερίζει στους κόλπους της νεολαίας, και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική της στάση.

Όχι με έναν β ρ ό ν τ ο / μα μ’ένα λ υ γ μ ό

Τούτη είναι η π ε θ α μ έ ν η χ ώ ρ α
Τούτη είναι του κ ά κ τ ο υ η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χέριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.

Τ.Σ. Έλιοτ, Κούφιοι Άνθρωποι, μετάφραση Γ. Σεφέρη.

Περιπλάνηση στην ορεινή δυτική Μακεδονία και Ήπειρο. Διαδρομές με τα πόδια από χωματόδρομους, κακοτράχαλη, παρατημένη άσφαλτο και μονοπάτια σε ξεχασμένα χωριά στην Καστοριά, την Κοζάνη, τα Γρεβενά και τα Ιωάννινα. Περπατώντας, μέρα με τη μέρα, αφήνοντας πίσω σου τους ρυθμούς που κυριαρχούν στην καθημερινότητα του υπόλοιπου χρόνου, μπαίνεις σταδιακά σε άλλη διάσταση, εισχωρείς πιο βαθιά στο τοπίο, γίνεσαι κομμάτι του -εκεί που άλλοτε το προσπερνάς καβάλα στην αποξένωση των τεσσάρων (ή ακόμα και των δύο) τροχών.

Λιτανεία σε κομμάτια μιας Ελλάδας ξεχασμένης. Η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερα απ’ ό,τι την φανταζόμαστε μαθαίνοντας αραιά και που νέα για χωριά που αποκλείστηκαν, προσπερνώντας φευγαλέα ρεπορτάζ κι αναφορές για την ύπαιθρο που ερημώνει.

Πλέον τα πράγματα είναι σκατά. Εντελώς σκατά. Τα περισσότερα χωριά είναι αποκλεισμένα από τη συγκοινωνία, κι αν δεν έχεις αυτοκίνητο την πάτησες -ή μάλλον, ‘την περπάτησες’. Όλα τα επιδοτούμενα δρομολόγια έχουν σταματήσει, και μαζί με αυτά σταδιακά ολόκληρες περιοχές, περιοχές ιστορικές με μεγάλη παρουσία μέσα στο χρόνο ξεχνιούνται.

Κάτι τέτοια μας έλεγαν στο Επταχώρι Καστοριάς, σαν καθήσαμε για λίγο στο καφενείο της πλατείας να πιούμε ένα καφέ. Στο χωριό έχουν απομείνει καμιά 90αριά κατοίκων, με την νεολαία να έχει καβαλήσει προ πολλού τα 60. Ο γιατρός είναι άφαντος, για τα φάρμακα πρέπει να πας με το αυτοκίνητο μακριά. Ακόμα και το ψωμί έρχεται καθυστερημένα από αλλού, κατά τις 1 το μεσημέρι, κι οι κάτοικοι κάνουν ουρά στο μοναδικό μπακάλικο για να το αγοράσουν.

Παρακμή. Αντικρίζοντάς την, έρχονται στο μυαλό οι στίχοι του Έλιοτ: «Έτσι τελειώνει ο κόσμος / Όχι με έναν β ρ ό ν τ ο / μα μ’ένα λ υ γ μ ό».

Το Επταχώρι τα τελευταία 60-70 χρόνια άντεξε πολλά. Για να μη μιλήσουμε για τα πιο πρίν. Στις 6 Ιουνίου 1944 το έκαψαν οι Γερμανοί, λίγο πριν φύγουν, για εκδίκηση. Δέκα χρόνια μετά, ο ανθός του χωριού έφευγε μαζικά για την Γερμανία, κάτι που θα μπορούσε να ιδωθεί ως συνέχεια της εκδίκησης –αυτοί που άλλοτε όρθωσαν το ανάστημά τους στον κατακτητή να συνωστίζονται τώρα στον προθάλαμο της γερμανικής ανοικοδόμησης ως ζητιάνοι γκεσταρμπάιτερ. 

Ωστόσο το Επταχώρι άντεξε. Άντεξε μέχρι σήμερα. Αλλά σήμερα λυγίζει. Τα κατάφερε στις κατοχικές, εμφυλιακές και μεταπολεμικές φουρτούνες,  καταπώς φαίνεται όμως είναι αρκετά δύσκολο ν’ αντέξει στην αυτοκαταστροφική, μηδενιστική μανία που’χει καταλάβει την κοινωνία μας και τον πολιτισμό της τα τελευταία είκοσι-τριάντα χρόνια. Γι’ αυτό, από τότε, έχει ξεκινήσει την μακρά πορεία της αποδρομής. Όχι γιατί κάποιοι νέοι κατακτητές το έκαψαν και εξανδραπόδισαν τους κατοίκους τους. Όχι με τέτοια βία, με τέτοιον βρόντο. Αλλά με τον πνιχτό λυγμό της ελληνικής παρακμής που τρώει τα ίδια της στα σπλάχνα.

Όταν περπατάς, όταν περπατάς για πολλές ώρες και πολλές μέρες, κατά κάποιο περίεργο τρόπο ο εσωτερικός  και ο εξωτερικός κόσμος ενοποιείται και συμφιλιώνεται-οι σκέψεις μπουρδουκλώνονται με τα βήματα. Το τοπίο με τα συναισθήματα.

Έτσι, κατ’ αυτόν τον περίεργο τρόπο, το συμπέρασμα προέκυψε αβίαστα, ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια μου πιο κάτω, την επόμενη μέρα. Στη Ζούζουλη. Στη Ζούζουλη που μπήκαμε απόγευμα, καθώς ο ήλιος έπεφτε, και βρήκαμε σφαλισμένα παράθυρα και κλειδωμένες πόρτες. Στη Ζούζουλη, που έσφυζε απ’ όλων των λογιών τα οπωροφόρα, με τους πλούσιους καρπούς τους να σαπίζουν αμάζευτοι πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Στη Ζούζουλη, την άδεια Ζούζουλη, όπου μας προηπάντησε μια οικογένεια που ‘χε απομείνει για το καλοκαίρι. Πέντε άτομα, πενήντα σπίτια. Αμέτρητα δέντρα, ζωή ατρύγητη, παρατημένη.

Ένα χωριό φάντασμα. Αλλά κι ένα φάσμα που πλανιέται πάνω απ’ όλη τη χώρα: Γιατί το μοτίβο είναι το ίδιο, σα σε ομοιοστασία. Ο θάνατος μιας χώρας, εκδηλώθηκε, εξελίχθηκε σε πλήρη διάσταση, και ολοκληρώθηκε –στην αρχή συμπυκνωμένος, στις ακριτικές της περιοχές, πριν από πολλές δεκαετίες: Επιβλήθηκε μια μορφή ζωής, κατέστρεψε έναν τρόπο του βίου που επέμενε χιλιάδες χρόνια. Ο τόπος ερήμωσε.

Τώρα, η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται με το ίδιο μοτίβο σε μεγαλύτερη κλίμακα. Τώρα, δεν είναι η Ζούζουλη ή το Επταχώρι που δοκιμάζει τις καταστροφικές, θανάσιμες συνέπειες της παρακμής αυτού του τύπου. Μα είναι όλη η Ελλάδα, καθώς η πλειοψηφία των μελλοντικών γενεών, αλληθωρίζει προς τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις και κυρίως -μα οποία σύμπτωσις!- ξανά για την Γερμανία.

…Ας μην πούμε πως η ιστορία δεν μας προειδοποίησε. Εδώ και δεκαετίες…

Υ.Γ. Αντικρίζοντας αυτήν την κατάσταση, αναλογίζεται κανείς τους πολιτικούς των Αθηνών. Υπό την επίδραση όλων αυτών, φαίνεται καθαρότερα το τι είναι πραγματικά, όλοι τους -πέρα από τις διαμάχες της συγκυρίας: Φιλόδοξοι μπάσταρδοι, τυφλωμένοι από την ματαιοδοξία -και γι’ αυτό ανίδεοι για τον θάνατο που συντελείται στην ίδια τους τη χώρα…