Για τα συσσίτια των ναζί

Ξέρετε, οι ναζί συνηθίζουν να σκηνοθετούν τους εαυτούς τους. Είναι γκεμπελική αλφαβήτα αυτό… Ο τρόπος για να κάνουν πολιτική είναι να σκηνοθετούν τους εαυτούς τους σε παραστάσεις μεγαλείου, ισχύος, πυγμής. Έτσι παίζουν με τη συλλογική συνείδηση. Είναι μανούλες αυτά, οι πιονέροι του μάρκετινκ –και τώρα δα θυμάμαι ένα σημείο στο βιβλίο του Γκουατταρί, Μοριακή Επανάσταση, που έλεγε ότι το γεγονός αυτό έχει και ιστορική διάσταση: Δηλαδή ότι η επικράτηση της επιστήμης του μάρκετινγκ στην αμερικάνικη κοινωνία από το 1950 και μετά, στηρίχτηκε -ρητά και ομολογημένα- πάνω στην κληρονομιά της ναζιστικής προπαγάνδας.

Αν πάσει περιπτώσει. Ο λόγος για αυτά τα συσσίτια που στήνουν ‘μόνο για Έλληνες’. Η Χρυσή Αυγή, θέλει να περάσει αυτή τη δράση ως ύψιστη πράξη κοινωνικής υπευθυνότητας και πολιτικής. Στην πράξη είναι το αντίθετο. Θυμίζει την φιλανθρωπία των αστών. Αυτό που θέλουν, είναι ένα σκηνικό με πλήθη που τους παρακαλάνε για μια σακούλα μακαρόνια. Είναι αναγκαίο για να αυτοπροβληθούν ως σωτήρες. Και στήνουν τέτοια σκηνικά, διότι θέλουν τον κόσμο που συρρέει σε ρόλο απελπισμένου κομπάρσου. Αν έχει δάκρυα στα μάτια, ακόμα καλύτερα -τονίζεται έτσι καλύτερα η μεγαλοθυμία του δωρητή.

Ακόμα και το ‘μόνο για Έλληνες’ βροντερή απόδειξη της ναζιστικής φυλετικής πολιτικής τους, εντάσσεται σε αυτό το σκηνικό: Πεινασμένοι, γονατισμένοι Έλληνες, ευεργετούνται γενναιόδωρα από τους μελανοχίτωνες. Και από πίσω η ελληνική παραλλαγή του ύμνου των Γερμανών ναζί.

Αυτοί είναι εκείνοι που σε ταΐζουν αγαπητέ συμπολίτη. Και σε βλέπουν σα σκύλο –τον καλύτερο φίλο του Αρείου Ανθρώπου.

Υ.Γ. Την ημέρα της κατάρρευσης της χούντας βρήκαν να το κάνουν αυτό ε; Με τους συνωστισμένους για τις πατάτες να παίζουν τους κομπάρσους σε μια παράσταση ολικής επαναφοράς…

Advertisements

The company you keep (2013) – Ο κανόνας της σιωπής

Τελικά, μ’ άρεσε ή δεν μου άρεσε; Η αλήθεια είναι πως τα χάλασε για κάνα πεντάλεπτο στο τέλος. Το παράκανε με τον ‘ανθρώπινο παράγοντα’ σε βαθμό που δεν χρειαζόταν. Εξ άλλου, μια χαρά έμπαινε κι αυτός δίχως κάποιες σεναριακές ακροβασίες. Εν πάσει περιπτώσει. Μου άρεσε γιατί πιάνει ορισμένες πλευρές του ζητήματος καλά. Η βασική ιστορία, είναι ότι ένα μέλος των Weather Underground αποφασίζει να παραδοθεί και εν τέλει συλλαμβάνεται μετά από 30 χρόνια. Τότε, αρχίζει να ξεδιαλύνεται ένα κουβάρι, που οδηγεί σε αποκαλύψεις και για άλλους καταζητούμενους της οργάνωσης, που ζούσαν υπόγεια επί δεκαετίες, με ψεύτικες ταυτότητες.

Η ταινία καταφέρνει να εκφράσει πολύ καλά ορισμένες πτυχές του ζητήματος. Όπως για παράδειγμα, την απίστευτη αντίστιξη μεταξύ της Αμερικής του 1970 και της Αμερικής του 2010. Βλέπεις μέσα από τους διαλόγους και την σύγκρουση χαρακτήρων, το πόσο έχει προχωρήσει ο κομφορμισμός, η αλλοτρίωση των ανθρώπων, το πως σταδιακά (και ίσως ανεπαίσθητα για την πλειοψηφία) οι ΗΠΑ έχουν μεταβληθεί σε μια ολοκληρωτική κοινωνία. Τόσο σε ό,τι έχει να κάνει με την έκταση και τον βαθμό της επέμβασης και της παρακολούθησης που ασκεί το αμερικάνικο κράτος πάνω στους πολίτες τους, όσο και αναφορικά με τις διάχυτες κοινωνικές αντιλήψεις. Το ότι βλέπεις τις νεώτερες γενιές, να επαναλαμβάνουν εμμονικά το μάντρα της ‘ενιαίας σκέψης’, τον μονολιθικό λόγο της αμερικάνικης αυτοκρατορικής εξουσίας.

Από εκεί και πέρα, τα καταφέρνει εξίσου καλά στο να καταγράψει τους ψυχολογικούς, ηθικούς μετασχηματισμούς που επιβάλει ο χρόνος πάνω στους ‘κάποτε επαναστατημένους’. Και δείχνει όλες τις παραλλαγές, από τους πιο τρομαγμένους μέχρι τους πιο κυνικούς, αλλά και τους έντιμους και τους αυθεντικούς.

Ο Ρόμπερντ Ρέντφορντ έφτιαξε μια ταινία, στην οποία κατάφερε να βάλει τους βετεράνους πολιτικοποιημένους ηθοποιούς να μιλήσουν για τη γενιά τους. Και μέσα από αυτό να κάνει ένα καίριο σχόλιο για το 2013. Τις ακροβασίες, θα του τις συγχωρήσουμε –εξάλλου βλέπει τον κόσμο με τα μάτια ενός 76χρονου, και ξέρουμε ότι οι μεγάλοι άνθρωποι είναι καταπώς…. ευσυγκίνητοι.

Υ.Γ. Τι ντροπή! Σε μια τόσο ωραία ταινία η γενιά σου να εμφανίζεται ως επιτομή του μαλακισμένου!

Κολοκοτρώνης, κάπνισμα (απομνημονεύματα Μακρυγιάννη)

.Τον καιρό που ο Κολοκοτρώνης ήταν με το «Μαύρο Στόλο» κι είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κουρσάρων στο Αιγαίο, έζησε καινούργια στέρηση και κινδύνους που τον ατσάλωσαν. Κάποτε πουέμεινε μέρες χωρίς να φουμάρει, έσκισε
το τσιμπούκι του, έξισε τη νικοτίνη από μέσα κι έφτιαξε μ’ αυή τσιγάρο. Το αηδίασε:

-Όρσε μωρέ άνθρωπος, φώναξε, που θέλει να λευτερώσει τον τόπο του και δεν μπορεί να λευτερωθει ο ίδιος από ένα συνήθιο. Θεέ μου συγχώραμε.

Πέταξε το τσιμπούκι και το τσιγάρο στη θάλασσα κι από τότε δεν ξανακάπνισε

Τουρκία: Ιστορικό στιγμιότυπο

… Και γίνανε μαλλιά κουβάρια… Στην φωτογραφία, διαδηλωτής με την σημαία του BDP (το κούρδικο κοινοβουλευτικό κόμμα), κρατάει από το χέρι άλλον (άλλην;), που βαστά μια κεμαλική σημαία –τρέχοντας για ν’ αποφύγουν τις αύρες. Δίπλα, ο χονδρός σχηματίζει προς τους μπάτσους το σήμα-κατατεθέν των Γκρίζων Λύκων…

Δημήτρης Νόλλας, Το ταξίδι στην Ελλάδα (αποσπάσματα)

Image

Συστήνεται ανεπιφύλακτα, έχει να πει κάτι και για την δικηά μας την κατάσταση. Παρατίθενται κάποια αποσπάσματα, από εκείνα που μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση:

«Κι όλα αυτά τα μούτρα, όλ’ αυτά τα κτήνη πάντα στον αφρό. Η πανούκλα της πόλης μας, το κακό σπυρί της, στην πρώτη σειρά. Όλοι αυτοί οι μαυραγορίτες, οι καταδότες, οι συνεργάτες των Γερμανών, οι ταγματασφαλίτες, οι Παοτζήδες, και οι Πουλικοί, οι άρπαγες εβραίικων περιουσιών, αλλά και σκέτοι μπουγαδοκλέφτες, που ξάφριζαν προικιά και χαλκώματα στα  χωριά. Ξέρεις πόσες χήρες και ορφανά έχουν στη συνείδησή τους κάτι τέτοιο! Μα πώς ζουν ανάμεσά μας όλοι αυτοί οι νεκρόφιλοι; Πως του αφήνουμε να ζουνμέσα σ’ αυτή την πόλη; Και πώς ζει η πόλη μας μαζί τους, μ’ αυτούς και τους κληρονόμους τους, που τώρα νέμονται οφίκια και ξεκοκαλίζουν περιουσίες άνομα αποκτημένες; Τι να πω, μπορεί να φταίει κι η παράδοση της μπαγιατίλας μας απ’ τα παλιά, γι’ αυτή την κατάσταση». (σελ. 42)

«Κι ήταν με τα ίδια περίπου λόγια που ο Γιοβάνης, ένας κοινός μας φίλος από το Μόναχο, ένας τεταρτοδιεθνιστής, είχε αναφερθεί στο ζήτημα, τη φορά που ‘χαμε ξαναδιασταυρωθεί τυχαία με τον Αρίστο στο ‘τσάο-τσάο’, ενώ εκείνος ήταν καθ’ οδόν προς το πδιπλανό ταχυδρομείο να μάθε αν είχε φτάσει το δέμα με τα αντίτυπα που περίμενε. «Εγώ, το ξέρεις, σπουδάζω Ιστορία», είχε ξεκινήσει την κουβέντα ο γιοβάνης, όταναπομακρύνθηκα ο Αρίστος, και σαν να ‘θελε να με τρομάξει επανέλαβε, «έχω σπουδάσει Ιστορία εγώ, κι ένα πράγματα καταλαβαίνω, ένα πράγμα ξέρω απ’ όλ’ αυτά που μας ξεφούρνισε ο φίλος μας! Αυτή η ιστορία πως η Δεξιά και η Αριστερά μοιάζει σαν να συμμάχησαν στο παρελθόν, ώστε να ξαποστείλουν, ζωντανούς και ακμαίους έλληνες εργάτες να δουλέψουνε στα ξένα, σαν τραβηγμένη δεν σου φαίνεται; Να παρατήσουνε τον τόπο και τα σπίτια τους και ν’ αδειάσει η χώρα. Να μείνουν πίσω μόνο τα γερόντια και να ερημώσει ο τόπος… μάλλον υπερβολή μού ακούγεται όλο αυτό, σαν βλακεία. Απλώς και οι δύο παρατάξεις, Δεξιοί και Αριστεροί, είναι οι δυο πλευρές του ίδιου μαλάκα. Του επηρμένου φαφλατά, εκείνου που φαντάζεται πως η κληρονομιά του είναι ανεξάντλητη, την ίδια στιγμή που την κατασπαταλάει όπως λιγούρης το παρατημένο κομπόδεμα της μάνας του» (σελ. 134).

«Γιατί δεν μείνατε εντέλει στη Βιέννη, ή πως και δεν επιστρέψατε αργότερα, μετά τον πόλεμο, όταν τα πράγματα είχαν ησυχάσει» […]. «Ήτανε δύσκολα τα χρόνια, έκανα και τρία χρόνια στον Εμφύλιο, αν και ήμουν μεγάλος πια, με επιστράτεψαν όμως για γραφεία, καζάνια, τέτοια, βοηθητικά καθήκοντα, είχα και τους γονείς μας, είχαμε και τούτο το σπίτι, φτιαγμένη απ’ την αρχή της προσφυγιάς πέτρα πέτρα, πώς να τ’ αφήσει και να φύγεις –είχα δουλέψει στα τούβλα για να το σηκώσουμε τούτο το σπίτι που βλέπεις, και να δουλεύουμε με τα πόδια μέσα στη λάσπη ως τον αστράγαλο. Ήταν τότε ένα τόπος βουλιαγμένος στη λάσπη, φτύσαμε αίμα ώσπου να μπορέσουμε να τον κατοικήσουμε. Τόση λάσπη αυτό το μέρος εκείνα τα χρόνια, που είναι θαύμα πώς οι άνθρωποι τα κατάφεραν και δεν μετατράπηκαν σε πήλινα κιούπια, κεραμίδια, και κανάτια. Ήταν και τα γονικά μου, που χρειάζονταν βοήθεια, είχαν γεράσει. Τους λυπόμουνα, αλλά ήμουν και περήφανος γι’ αυτούς, για όσα άντεξαν, θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει, ‘εμείς οι Ρωμαίοι, παιδί μου, κι απ’ τη μια κι απ’ την άλλη πλευρά του Αιγαίου, είναι η μοίρα μας σαν τις προσπάθειες των Τρώων’. Κι ήμουν περήφανος που κατάφεραν να μας βγάλουν ζωντανούς από τη Σμύρνη, θα μας είχαν πνίξει οι Τούρκοι μέσα στο λιμάνι, και για όσα αξιώθηκαν να μου δώσουν. Κι έτσι επέστρεψα για να μείνω. Χρόνια δύσκολα ξεδύσκολα, όταν η σκεπή μπάζει, δεν το βάζεις στα πόδια.. μαζευόμαστε και τη φτιάχνουμε. Έτσι δεν κάνουμε; Και δεν μετάνιωσε ποτέ που έμεινα εδώ, τότε που ήταν δύσκολα γιατί ήταν όμορφα. Καταλαβαίνεις; Να, τώρα, πάνε δέκα χρόνια, που άρχισε να γίνεται μια νοικοκυρεμένη πόλη η Καλαμαριά κι αυτό γιατί όλοι δούλεψαν σκληρά και κυρίως με αγάπη, ήταν τότε που έστησα και τις εκδόσεις. Οπότε τι να μου κάνει εμένανε η Βιέννη χωρίς τον Θερμαϊκό; Τι κι αν κερδίσω τον κόσμον όλο και χάσω την Καλαμαριά;» (σελ. 170-171)

«Τα χρήματα, τα ονόματα, οι λέξεις και τα λόγια. Στον Βάιο, και τον Τρύφωνα, οι λέξεις στον Πασχάλη και για της Χρυσάνθης την ποδιά, τα λόγια τα μπαλόνια. Όλο λύτρα, ξανά και πάλι λύτρα, και ακαταπαύστως. Είναι το κόστος της επιλογής σου, θα του ‘χε απαντήσει ο Πασχάλης και θα ‘ταν έτοιμος να ξαναδιατυπώσει την άποψή του για την Καλαμριά, βλέποντας την ταλαιπωρία που τραβούσε ο Αρίστος. Είναι σκληρός και όμορφος ο τόπος, δεν παραδίνεται αμαχητί. Κι είχε κοντέψει να εκραγεί ο Αρίστος, όταν πλησίαζαν στη στάση, και είπε, ‘Για σιγά , κύριε Πασχάλη! Για μια στιγμή! Έχετε ταξιδέψει παντού και μπορείτε να μιλάτε έτσι αφοριστικά; Στη Βιέννη ήσασταν, δεν κάνατε το γύρο ολόκληρου του κόσμου». Κι ο Πασχάλης με την ανάλογη ένταση, (τα νιάτα, σκεφτόττανε, τα νιάτα. Πόση ορμή, Θέε μου!) είχε πει σηκώνοντας τα χέρια του σα να καλούσε κάποιον μάρτυρα από αντίκρυ ή από ψηλά, αυτό το ξωτικό απ’ την Καππαδοκία είχε πεί, «Δεν χρειάζεται να γυρίσεις τον κόσμον όλο για να καταλάβεις πως παράτησες πίσω σου της ομορφιάς την ψίχα. Αλλά, όπως κάθετί που αγαπάς, για να γίνει δικό σου, πρέπει να του δοθείς ολόκληρος κι ολόψυχα. Στο πιάτο δεν θα σου προσφερθεί ποτέ, πρέπει να το κατακτήσεις’. Γιατί όχι μόνο δεν χαρίζεται, θα συνέχιζε να του λέει εκείνος ο Καππαδόκης, αλλά και δεν σου δίνεται παρά μόνο χοντρικώς. Όπως μια εξ αδιαιρέτου κληρονομιά, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το αστραφτερό φως που τυφλώνει, τον μαύρο βράχο μέσ’ στη θάλασσα και τα’ αηδόνια στις Πλάτρες απ’ τη μια μεριά κι από την άλλη τους συνιδιοκτήτες κατοίκους της. Όλα εκείνα τα σκουλήκια, τα’ ανθρωπόμορφα τέρατα που σ’ ενοχλούν και σου μπαίνει ο πειρασμός να τους αντικαταστήσεις με άλλους ευγενικούς ανθρώπους: Βιεννέζους, Παριζιάνους, Βερολινέζους. Τότε όμως το ένα θ’ αναιρούσε το άλλο. Κι είναι αυτό το κόστος για να μη διαλυθεί το ακίνητο, και το πληρώνεις…» (σελ. 181-182).

Ένα βράδυ

Is crumbled out again to his atomies.
‘Tis all in pieces, all coherence gone,
All just supply, and all relation;
Τζών Μίλτον, Ανατομία του κόσμου

Πέμπτη βράδυ. Γνωστό μπαρο-καφενείο-νυφοπαζαρό-φρικηαρικό-τζιβάδικο της Σαλονίκης. Περαντζάδικο, κατ’ εξοχήν αφτεριά*. Για το καλοκαίρι, για φέτος το καλοκαίρι, κατάφερε και πλασαρίστηκε ως το χωνευτήρι των εναλλακτικών φυλών της πόλεως, μια όαση συνωστισμού μέσα σε μια εναλλακτική νυχτερινή Θεσσαλονίκη που βαρά μύγες –καθώς αυτή ζει από τους φοιτητές, κι οι φοιτητές την έχουν κάνει προ πολλού.

Μέσα, χαμός. Κόσμος και κοσμάκης, πατείς με πατώ σε, οι σερβιτόροι εκνευρισμένοι, σε στυλ παρ’ τον έναν και χτύπα τον άλλον, παραγγέλνουνε με ύφος να σε κλάσουν μέσ’ στη μάπα, ή έστω να σου εκσφενδονίσουν μια ροχάλα στο κούτελο. Είναι το δέον (must) σε αυτά τα μαγαζιά, αυτοί που δουλεύουν να’χουν ύφος άρνησης της εργασίας, καθώς όσο πιο πολύ το ‘χουν άλλα τόσα πεντάκτινα αστέρια προστίθενται στο μαυροκόκκινο μπαροδηγό της πόλης.

Μέσα, παίζει μια μπάντα, ένας θεός ξέρει τι. Σύνθεση: Αλτκόρνο (- τι παίζεις;  – Αλτκόρνο… Την έχεις ήδη στείλει αδιάβαστη…), Τρομπόνι, Γιουκαλίλι (!), κιθαρίτσα μανουτσαοϊκή και νταούλι. Σε κάθε στροφή αλλάζουνε ρυθμό. Παίζουν σουΐνγκ, ροκ εντ ρολ, μπαλκάνικα, παραδοσιάκα, φούζιον, φούζιον, φούζιον… λαχανοσαλάτα. Στο τέλος, από το πολύ ξύδι (καθώς κατεβάζουν κάτι τσίπουρα με το καραφάκι, μαζί με κάτι μπύρες και γύρευε-άλλο-τι) οι νότες λιώνουν, και το πάντρεμα γίνεται κομπόστα… ούτε κι οι ίδιοι δεν ξέρουν τι παίζουν πια, μόνο το νταούλι και τα χάλκινα ακούγονται. «τουμπάμ-μπαντούμ-ντουμπάμ-μπαντούμ-μπαμπουμπάμ-μπαντούμ!» κάνει το Νταούλι, που όσο δυνατά το βαράς άλλο τόσο μουγκρίζει παραπονούμενο λες και του γδέρνεις την πλάτη, και τα χάλκινα να σκούζουν «πβββββββββββββββββββββββββββββββββββββββββ-τρατατα-πββββββ». Και λίγο πιο κει να χορεύουν, όλοι, ένας θεός ξέρει τι, άλλοι να λικνίζονται, άλλοι να τραμπαλίζονται, άλλοι να κολυμπάνε ελεύθερο δίχως τη θάλασσα, και άλλοι να πάνε λες και πέσανε στη φουρτούνα την μεγάλη, πέρα-δώθε-πέρα-δώθε ωωωωωωωπαλάκια…. Όρθιος!

Οι φάτσες της μπάντας είναι λες και βγήκανε από ταινία εποχής, ποιάς εποχής;, μα τις δικηάς μας, της εποχής που ‘χει πάρει όλες τις εποχές και τις έχει κάνει ένα λάιφ στάιλ κολάζ: ο Τζώνη Ντέπ πειρατής της καραϊβικής με καβουράκι και ορειβατικά σανδάλια, πλάι σ’ έναν μάνου τσάου κιθαρίστα, ενώ από πίσω τους πλαισιώνει ένα ρεηβόνι με νταούλι, δίπλα από έναν (ξένο μάλλον) φαβοριτάκια, με μουστακάκι αλά ’50, καραμούζα και βλέμμα ροζ πάνθηρα καρτούν, ενώ το καστ συμπληρώνει ένας μαλλιάς με βλεφαρόπτωση, βλέμμα της αγελάδας, πουκάμισο ξεθωριασμένο και μια τούμπα να: «πββββββββββββββββββββββββββββββββββββ»…

Και είναι όλο αυτό το παρεάκι να στροβιλίζεται μέσα στη νύχτα, σαν σε ίλιγγο, να πίνουν ότι ναναι, να παίζουν ότι ναναι, να χορεύουν ότι ναναι, και τα πάντα να δυναμώνουν η μουσική, το κέφι, οι συζητήσεις, να κοιτάς δεξιά κι αριστερά, τα στιγμιότυπα να επιταχύνουν και να βλέπεις όλων των ειδών τον κόσμο να διασκεδάζει και να χορεύει –μια γκρανκάσα πληθωρική, να περιπολεί με βλέμμα φράου της κομαντατούρ, μήπως και γραπώσει με τα νύχια της κάναν αδέσποτο μεθυσμένο κουνιοτράμπαλο, για ένα βράδυ (μετά άμα ξυπνήσει, μην τον είδατε)* ο λαμές και η λαμού με την τελευταία να χορεύει λες και την ξενυχιάζουν, κρατώντας από κείνες τις τσάντες τις δερμάτινες, τις εντελώς άβολες με τα μεταλλικά χερούλια, που ‘χουν οκτώ φορές το μέγεθος που χρειάζεται και σαν τις κουβαλάς μοιάζεις την Ματζίκα από το Μίκυ Μάους* δίπλα η κολασμένη χιτάνα που λικνίζεται νομίζοντας ότι βρίσκεται στην λαγγεμένη Ανατολή, εν μέσω κάποιου στροβίλου αισθαντικότητας πασχίζει ν’ αποδείξει τα δεκάδες ζευγάρια μπακουροβλέμματα που αλληθωρίζουν πάνω της ότι ζει ελεύθερη απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή, σαν αυθεντική χιτάνα (ενώ στην ουσία φλερτάρει τον πειρατή της Καραϊβικής που τραγουδά κάτι μεταξύ Μαραβέγια, και Λούις Άρμστρονγκ)* κάτι κοντοκουρεμένοι ΣΥΡΙΖαίοι, σίγουροι για τον εαυτό τους, με το ύφος της επιτυχίας, σέρνουν ξωπίσω τους κάτι κόρες ευκατάστατων οικογενειών, επιτυχημένων στο χώρο των ΜΜΕ ή των πανεπιστημίων. Και στο βάθος… κήπος. Τι κήπος; Η αυλή των θεαμάτων. Τσίρκο μητροπολιτάνο…

Ας πούμε ότι αυτό το μπαρ ήτο ένα κατάστρωμα, και ότι το κατάστρωμα (δοσμένων των ψυχεδελικών συνθήκων που είθισται να επικρατούν σε τέτοιες περιγραφές) πήγαινε ν’ απογειωθεί από το κέφι, όπως βλέπεις σε κάτι διαφημίσεις νες καφέ φραπέ, που είναι όλοι σε μια πλατφόρμα και χορεύουν μανιασμένα πίνοντας… φράπες… Κάπως έτσι. Όμως όχι ακριβώς. Έχετε δει σκηνές από τις πρώτες πτητικές απόπειρες της ανθρωπότητας, όπου βγαίναν διάφοροι τρελοί εφευρέτες με αλλοπρόσαλλα σκάφη και προσπαθούσαν να πετάξουν, σκάζοντας θεαματικά στο έδαφος; Κάπως έτσι έσκαγε το έδαφος και το εν λόγω κατάστρωμα.

Διότι ζεις σε μια εποχή που δεν υπάρχει συνοχή, στην εποχή του ό,τι να ‘ναι και το πράγμα ήταν τόσο, μα τόσο παράταιρο που πήγαινε να απογειωθεί στο κέφι κι έσκαγε κάτω σαν καρπούζι μέσα στην ασυναρτησία του.

Σαν ένα Πάρτυ που η πλειοψηφία είναι κλώνοι του Πήτερ Σέλλερς.

Υ.Γ. Μόνο που οι περισσότεροι ήταν κουρασμένοι. Γιατί έπρεπε κάθε φορά να είναι μοναδικά, κάθε φορά να είναι τέλεια.

Υ.Γ.2 Καμία διάθεση κριτικής. Με το ύφος του γκρινιάρη απ’ τα στρουμφάκια. Μάλλον μια κωμική διάθεση, σε στυλ ‘που πάτε ρε σούργελα…’

***
Ζούμε σ’ ένα κόσμο που στερείται νοήματος και συνοχής. Τι κοινότοπο! Και ο τελευταίος αναγνώστης της λάιφο το πιάνει πλέον -είναι η διάχυτη μουρμούρα κάθε ψευδοφιλοσοφικής τοποθέτησης. Γιατί σημασία δεν έχει να το διαπιστώνεις -αλλά το να ψάχνεις να δείς τι συμβαίνει μέσα σε αυτήν την συνθήκη, πως δηλαδή παίρνει σάρκα και οστά στην καθημερινότητα.

Τώρα!

Έσκαγε το τζιτζίκι από τις 11. Ιούλης. Κατεβαίναμε από την Αγγελάκη για να συναντήσουμε την πορεία, που συγκεντρώθηκε έξω από την ΕΡΤ3. Είχε κάποιο κόσμο. Όχι πολλά πράγματα, κάποιο κόσμο όμως… αν αναλογιστείς τη ζέστη, την ανημποριά και την απελπισία διασώζονταν. Και το καλό ήταν ότι δεν είχε τους συνήθεις τύπους, πολλοί από τους οποίους την είχαν κάνει προς τις θάλασσες. Καθώς προσεγγίζουμε τελοσπάντων, και περνάμε ΟΛΜΕ-ΕΛΜΕ-ΕΛΒΟ-ΕΥΑΘ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα τοιαύτα, πέφτουμε πάνω σ’ ένα μεγάλο πανό του ΣΥΡΙΖΑ. Και τι να δούμε; Ένα σύνθημα, μόνο, ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΤΩΡΑ! Πάνε και οι απολυμένοι, πάει και η εξαθλίωση, παν’ κι όλα. Κυβέρνηση ΤΩΡΑ, μόνο, κι οι  από κάτω να τους τρέχουν τα σάλια ό,τι ήρθε επιτέλους η σειρά τους.

Ο Κ. δίπλα μου γούρλωσε τα μάτια, και βυθίστηκε σ’ ένα θερμοπληκτικό παραλλήρημα. Εγώ πίσω του, ακολουθούσα σιωπηλός με την ζέστη της ασφάλτου να εξαχνώνει κάθε ανάσα. Τους μαλάκες! Τέτοιο θράσος;

Θυμήθηκα μετά τον Νίκο Ψυρούκη. Θυμήθηκα πως στην Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, στον πρώτο της τόμο, είχε γράψει κάτι σχετικό με την φούρια των γραφειοκρατών της αριστεράς να συνδιαλλαγούν με τους όρους της εξουσίας:

«Ο μικροαστικός ψυχισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ – ΕΑΜ, φάνηκε ακόμα πιο καθαρά μετά την ένοπλη επέμβαση των άγγλων ιμπεριαλιστών το Δεκέμβρη του 1944. Ο Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του παραθέτει ένα τηλεγράφημα που έστειλε στη σύζυγό του από την Αθήνα στις 26/12/1944 και που μ’ αυτό ανέφερνε τις εντυπώσεις του από τη συνάντησή του με τους ηγέτες του ΚΚΕ-ΕΑΜ στο ελληνικό υπουργείο εξωτερικών. Ο άγγλος πρωθυποργός και οι ηγέτες της ελληνικής ‘Εθνικής Αντίστασης’ συναντήθηκαν στη σύσκεψη που είχε γίνει για τη σύναψη ανακωχής. Στο τηλεγράφημά του, ο Τσώρτσιλ αποκαλούσε τη σύσκεψη εκείνη ‘παράσταση’. Για τους ηγέτες του ΚΚΕ-ΕΑΜ έλεγε: «Μετά από λίγη σκέψη (τίποτα δεν έκανε ο Τσώρτσιλ δίχως τον ψυχρό υπολογισμό του ξεσκολισμένου ιμπεριαλιστή διπλωμάτη σημ. δικ.) έσφιξα το χέρι των αντιπροσώπων του ΕΛΑΣ (διάβαζε του ΚΚΕ-ΕΑΜ σημ. δικ.) και με τον τρόπο που ανταποκρίθηκαν ήταν φανερό ότι κολακέυτηκαν. Είναι οι πιο ψηλά ιστάμενοι» (υπ. δικ.). Ο Τσώρτσιλ δικαιολογημένα ενθουσιάστηκε. Είδε, πείστηκε, πως μπροστά του δεν είχε εκπροσώπους του επαναστατημένου λαού, μα αστούς εξαρτημένης μικρής χώρας με έντονα συμπλέγματα κατωτερότητας και δουλοπρέπειας, έτοιμους να πουλήσουν και τη μάνα τους ακόμα και στο διάβολο, έστω και για μια απλή χαιρετούρα με τον πρωθυπουργό της βρεταννικής αυτοκρατορίας«.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Ψυρούκη, Η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας (1940-1967), τ.1, σελ. 210. Εκδόσεις επικαιρότητα, Αθήνα 1976. Διατηρήθηκε η ορθογραφία του αρχικού κειμένου.

Περάστε να σας δούμε λίγο (και πέστε μου από πού να φύγω).

 

Φίλοι παλιοί. Τέρατα της συνήθειας. Γραπωμένοι σε μια συνθήκη προχτεσινή. Εγκατέλειψαν τον εαυτό τους εκεί. Και τώρα λυγίζουν υπό το βάρος της επανάληψης, φανταστικών αρνήσεων, επαναστάσεων, μιας δήθεν αυθεντικότητας. Που να το ξεραν; Το ναυάγιο υπήρξε η δική τους Ιθάκη.

Δίπλα, μια παρέα πήρε ένα ερείπιο, πέντε έξι άτομα το έβαφαν –θαμεναν μαζί λένε, χαμηλό νοίκι, ψηλά ταβάνια, μηδέν θέρμανση –όχι, ντρέπονται να κάτσουν να τους κεράσουμε, καθώς είναι βρώμικοι από την μετακόμιση.

Δεν θέλει και πολύ να δεις σε ποιανού το κεραμίδι επέλεξε χθες να καθίσει η γλαύκα της ελπίδας.

Καλώς ορίσατε καινούριοι γείτονες