Πόσο κοστίζει ένα κουτί κόκα-κόλα;

(εμείς κόκα κόλα. Ο πλανήτης, φόλα)

Για να παραχθεί, να διανεμηθεί και να φτάσει στα χέρια μας ένα κουτάκι κόκα-κόλα χρειάζεται: πετρέλαιο και άρα μία ολόκληρη γεωπολιτική ελέγχου των ενεργειακών πηγών. Ένα συγκεκριμένο καταναλωτικό μοντέλο και άρα όλους τους μηχανισμούς ελέγχου παραγωγής και αναπαραγωγής των πλαστών αναγκών. Ένα ολόκληρο σύστημα μεταφορών που θα εξασφαλίσουν ότι η κόκα-κόλα θα φτάσει στα χέρια μας (που σημαίνει ασφαλείς δρόμοι, πάλι πετρέλαιο, λοτζίστικς κ.ο.κ.). Ένα ολόκληρο σύστημα νομικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων (που εμπλέκει τις Δυτικές ελίτ, τις ντόπιες ελίτ, τους υπερεθνικούς οργανισμούς και τις ντόπιες κυβερνήσεις) που θα διαμορφώσει τους όρους για την λειτουργία εργοστασίων σ’ εκείνα τα σημεία του πλανήτη, όπου το χαμηλό εργατικό κόστος και η απουσία περιβαλλοντικών φραγμών καθιστά ανταγωνιστικό το κόστος της παραγωγής.

Να το θεωρητικοποιήσουμε; Οι οικονομίες της αγοράς απαιτούν τις κοινωνίες της αγοράς (Κ. Πολάνυ). Οι οικονομίες της αγοράς απαιτούν και την «γεωπολιτική της αγοράς» (Για να λειτουργήσει η παγκοσμιοποίηση, η Αμερική δεν μπορεί να φοβάται να δράσει σαν πανίσχυρη υπερδύναμη που είναι. Το αόρατο χέρι της αγοράς δεν θα λειτουργήσει χωρίς την αόρατη γροθιά. Τα McDonalds δεν μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς τις Mc Donell Douglas», Τόμας Φρήντμαν, New York Times, 28.3.99.). Η «γεωπολιτική της αγοράς» προϋποθέτει κι μία συγκεκριμένη «πολιτιστική πολιτική (ή έναν πολιτιστικό πόλεμο, σαν αυτόν που διεξάγει σήμερα η Δύση, γιατί ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα)» που θ’ αναλάβει να επιβάλλει τις αξίες αυτής της αγοράς και της πολιτιστικές της βάσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Κοντολογίς, η παραγωγή ενός κουτιού κόκα-κόλα προϋποθέτει την υπαγωγή όλου του πλανήτη στους μηχανισμούς της πολιτικής κυριαρχίας και του κεφαλαίου, μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Έπειτα από όλα αυτά, ας ρωτήσουμε κάτι απλό. Πόσο μας κοστίζει πραγματικά μία κόκα-κόλα;

 

Advertisements

Κάτω τα χέρια απ’ τις νύχτες μας!

 

 

Στ’ «ανίψια»,

στον greg, που άνοιξε τον χορό των προσωπικών σημειωμάτων

 

Με την Τ. τα είχαμε κάποτε. Περιπετειωδώς! Η σχέση μας πήγαινε σαν τους σύντομους κύκλους της οικονομικής ανόδου και ύφεσης. Μόνο που κάθε φορά, στο κοίλον της κάθε φάσης, μεσολαβούσε ένα κραχ του 1929- δηλαδή γινόμασταν δαντέλες. Ε, κάποια στιγμή, οι όροι της κρίσης δεν επέτρεψαν κάποιο New Deal. Ο Κέυνς εξ’ άλλου το είχε πει: Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί! Το ίδιο και αυτή η σχέση. Οπότε, πάψαμε να μιλάμε. Εντελώς! 

 

Τέλοσπαντων. Ο καιρός έχει περάσει. Ο πραγματικός χρόνος είναι, σχετικά, λίγος, αλλά ο προσωπικός, πολύς. Νοιώθω αυτό που κάποτε είχε τραγουδήσει ο Ντύλαν: Πολύ νεώτερος απ’ ό,τι τότε. (My back Pages).

 

Είναι κι αυτό ένα εύκολο, «ζωτικό ψεύδος» για να προσπεράσω στα γρήγορα τις μαλακίες που έχω κάνει, αλλά και τις μαλακίες που μου ‘χουνε κάνει. Επειδή όμως δεν ανήκω στην φυλή των Καρεκλοκένταυρων «Ρεπού-ση», θεωρώ ότι «ζωτικά ψεύδη» ενίοτε αποδεικνύονται χρήσιμα στις προσωπικές υπερβάσεις.

 

Εν πάσει περιπτώσει, οι υπερβάσεις γίνονται (και) δια της συνθέσεως. Και στη σούμα που έγινε, κάπου μου ξεφύγανε μερικά δράμια ενοχών. Κι επειδή ανήκω σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι οι ενοχές είναι χρήσιμο συναίσθημα, προκειμένου να εξισορροπήσει ο αναπόφευκτος –για την γενιά μου– ναρκισσισμός, φροντίζω να μην τις αγνοώ.

 

Γι’ αυτόν τον λόγο, που-και-που, περνάω από το μπαράκι που δουλεύει, να πω ένα γεια. Και μόνο ένα γεια. Γιατί όλα τα υπόλοιπα έχουν λεχθεί.

 

Πήγα και προψές. Ήμουνα για λίγο στην Θεσσαλονίκη. Με κάτι κα-τα-πλη-κτι-κούς φίλους, με τους οποίους στήσαμε μαζί στο στέκι μία έκθεση ζωγραφικής. Όταν τελείωσαν όλες οι δουλειές, αργά το βράδυ, πέρασα από εκεί με τ’ «ανίψια».

 

Το μπαράκι δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο. Έχει δυνατή μουσική και ψιλό-τσιμπημένα ποτά. Για κάποιον αδιευκρίνιστο- σ’ έμένα- λόγο έχει κατοχυρωθεί ως το κατ’ εξοχήν πέρασμα των «εναλλακτικών», φρικιών «ντε-και-καλά-διαφορετικών» νεολαίων της πόλης.

 

Καθήσαμε, παραγγείλαμε, μας έφεραν τα ποτά. Πληρώσαμε, μας πιάσανε τον κώλο, και ήπιαμε από μία γουλιά.

 

Πολλές φορές η υπερβολική κούραση, σε φέρνει ενώπιον μίας τρομακτικής διαύγειας. Είναι σαν, μαζί με τον βιολογικό και τον ψυχολογικό σου εαυτό να έχουν εξαντληθεί και οι ορίζοντες του
τετριμμένου, έτσι ώστε σαφώς να διακρίνεις πέρα από αυτούς.


 

Κι εγώ, 42 ώρες άυπνος, χαμένος κάπου μεταξύ μίας εφημερίδας, ενός περιοδικού, ενός φοιτητικού φυλλαδίου, μιας εκδήλωσης, μιας έκθεσης ζωγραφικής και μίας διπλωματικής είχα μπόλικη τέτοια.


 

Έτσι, βρέθηκα να παρακολουθώ τριγύρω, όσους περνούσαν, όσους στέκονταν σίγουροι για τον για τον εαυτό τους, με το ποτό στο χέρι και με κάτι-σαν-χαμόγελο-επιτυχίας φορεμένο στο στόμα, κι όσους χόρευαν στους ρυθμούς κάτι σκρατσό-λουπαρισμένων λατινό-νταμπαντούμπα.

 

Ξαφνικά μου φάνηκαν σαν ακίνητοι, καρφωμένοι, στο ίδιο σημείο, κάθε Σάββατο, να συστήνουν το ίδιο ντεκόρ: αυτό μιας ανέμελης νεολαίας που διασκεδάζει κάθε φορά σαν να είναι η τελευταία, μ’ αυτήν την ιδιαίτερη αίσθηση του εφήμερου που χαρακτηρίζει την γενιά μου.

 

Γνωρίζω από πού έλκει ιδεολογικά την καταγωγή του αυτό το πρότυπο: Im girum imus nocte et consumimur igni (Κάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα και η φωτιά της μας καταβροχθίζει) έλεγε κάποτε ο Ντεμπόρ. Αρνούμαστε κατηγορηματικά τους ρόλους, τις σχέσεις και τα πρότυπα που κυριαρχούν στα πλαίσια της (τότε) μοντέρνας κοινωνίας, αμφισβητούμε τον πειθήνιο εργαζόμενο-προτεσταντικής ηθικής-αποταμιευτή, τον ήσυχο δημοκράτη νοικοκυραίο της διπλανής πόρτας. Ξεχυνόμαστε πέραν των χώρων της κυριαρχίας τους –δηλαδή στην νύχτα, όταν οι μηχανές, τα γρανάζια και οι χειριστές τους κοιμούνται– να ζήσουμε έντονα, καταιγιστικά, εδώ και τώρα, οργανώνοντας τις ζωές μας –πέραν οποιασδήποτε αναγκαιότητας– με βάση την αρχή της απόλαυσης: Αφήνουμε την φωτιά της να μας καταβροχθίσει.

 

Πήρα τα πράγματα από την αρχή. Άρχισα πάλι να παρακολουθώ τους γύρω μου, το μαγαζί. Όχι, κανείς δεν διέγραφε καμία κίνηση. Κανείς δεν διέγραφε κανέναν κύκλο μέσα στην νύχτα. Όλοι καθόντουσταν εκεί, στο μπαρ, «περνούσαν καλά» μέχρι να ξημερώσει.

 

Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Το ίδιο και οι πλατείες, τα πάρκα, και πάει λέγοντας. Που και που, μόνο, έβλεπες μερικούς περαστικούς, οι οποίοι με βιάστηκα ή με αργά, ασταθή, μεθυσμένα βήματα έψαχναν το νήμα της συνέχειας. Ένα μπαρ, κι ύστερα άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

 

Ναι λοιπόν, το κέντρο, ο άρχοντας αυτής της «ανέμελης διασκέδασης» ήταν το μπαρ. Είναι το μπαρ.

 

Κι όσο οι ζωές μας οργανώνονται βάσει αυτής της υποτιθέμενης «αρχής της απόλαυσης» κι άρα επίκεντρο της ζωής μας είναι η «ανέμελη διασκέδαση», άλλο τόσο κεντρικότερη σημασία έχει σ’ αυτήν το
μπαρ.

 

Διαμεσολαβεί, δηλαδή, στα πάντα. Εκεί γνωρίζεις φίλους, γνωστούς, το ταίρι σου. Εκεί διασκεδάζεις, εκεί συζητάς πολιτικά. Εκεί ξεδιπλώνεις τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό σου, εκεί γίνεσαι εσύ.


 

Είπαμε, η κούραση σε βοηθάει καμιά φορά να υπερβείς το τετριμμένο, όχι να το καταργήσεις. Γι’ αυτό αίφνης κατέφυγα στην βολική, τσιτατολαγνεία:

 

Ο βασιλιάς-εμπόρευμα, μέσω της βιομηχανίας της διασκέδασης, καταδυναστεύει τον ελεύθερό μας χρόνο αποικιοποιώντας τις νύχτες μας και ό,τι αυτές συνεπάγονται.

 

Άρχισα να σκέφτομαι πιο διεξοδικά το ζήτημα. Πάνω σε χαρακτηριστικά των μπαρ, της νύχτας, της διασκέδασης:

 

Κι επειδή ήμουν και πρόσφατο θύμα, σκέφτηκα πρώτα την τιμή του ποτού.

 

Τι πληρώνουμε ρε πούστη για να «συνωστιστούμε» ‘δω χάμου…μιλάμε είμαστε πολύ μαλάκες. Λες και δεν έχουμε κασσετόφωνο, λες και δεν μποορύμε να ‘πάμε να ψωνίσουμε κανένα ποτό και να την
πέσουμε σε κανένα πάρκο…

 

Τι πληρώνουμε άραγε;

 

Πολλές φορές διαμαρτύρονται από τα κανάλια για το «όργιο της κερδοσκοπίας στην νύχτα». Κλασσικό ζήτημα. Ένα ποτό ή ένας καφές φαίνεται να πωλείται 200% ή 300% πάνω από το πραγματικό του κόστος.
Οι ιδιοκτήτες επικαλούνται εν είδει αντιλόγου τα λειτουργικά έξοδα. Οι πιο έξυπνοι, υπολογίζουν και ανταπαντούν: μένει τουλάχιστον 150% σπέκουλας.

 

Έχουν δίκιο κι άδικο, σκέφτηκα.

 

Άδικο, γιατί δεν ξέρουν να υπολογίζουν τις αξίες στα πλαίσια του τούρμπο-καπιταλισμού που ζούμε. Στα 7 ευρώ το ποτό δεν πληρώνεις μόνο το ποτό ή το νοίκι, ή τους εργαζόμενους
του μαγαζιού. Πληρώνεις και μια σειρά «άυλων» αγαθών, «υπηρεσιών», που προσφέρει το μπαρ: δηλαδή την κοινωνικότητα, το φλερτ, την εξομολόγηση, τον χώρο και το «ξέδωμα» όλα όσα θα νοιώσεις και θα βιώσεις μέσα εκεί.

 

Δίκιο, γιατί πέφτουν μέσα όταν μιλάνε για ληστεία. Μόνο που συμβαίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που την εννοούν. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Όπως είδαμε, πληρώνεις για όσα θα ζήσεις, ή για την φιλοδοξία να τα ζήσεις. Εξαγοράζεις την νύχτα σου από τους μηχανισμούς αυτής της βιομηχανίας, που σου την αφαίρεσαν.

 

Η ληστεία, δηλαδή, αφορά στην αρπαγή των συναισθημάτων, της κοινωνικότητας– ίσως ακόμα και του έρωτα– από την βιομηχανία της διασκέδασης και όχι μόνο στα 3,4 ή 5 ψωροευρώ («ψωρό», με την έννοια ότι μας κλέβουν κάτι πολύ ευρύτερο). Αυτό πληρώνουμε, πλέον, στα μπαράκια. Στην τιμή του ποτού εξαγοράζουμε μία τζούρα από την ζωή που μας έχουν κλέψει.

 

Δυσφορία.

 

Γύρισα και είδα έναν γνωστό, ντι-τζέι, σε άλλο μπαρ, που περνούσε εκείνη την ώρα. Καλό παιδί, ψιλό «φίρμα» στους χώρους μας ως ντί-τζέι, δίχως όμως να το παίρνει και πολύ στα σοβαρά. Χαιρέτησε κι
έφυγε…

 

Σκέφτηκα αυτόν. Και τον κάθε «αυτόν». Ότι είναι «φίρμα». Και το γιατί.

 

Σκέφτηκα το πώς στην καθημερινότητά μας μετράει πλέον το μπαρ, όχι μόνο ως τον συγκεκριμένο χώρο, αλλά ως γενικό μέτρο, ως γενικό κριτήριο, ως γενική αξία. Πόσες φορές στις παρέες μας δεν το έχουμε αντιμετωπίσει; Στους μικρούς μας κύκλους; «Ο τάδε (ή η δείνα) είναι γνωστός (γνωστή) (και μπορεί και διάσημος/η) γιατί δουλεύει στο πάντιο μπάρ».

 

Πως δουλεύει; Τι παίρνει; Σχεδόν τίποτε. Ασφαλίζεται; Όχι. Πότε σχολάει; Παρασκευή και Σάββατο; Γάμησέ τα, γύρω στις 6.

 

Και τότε γιατί του αρέσει; Γιατί ακριβώς γίνεται γνωστός μέσα από εκεί. Και διευρύνει εκθετικά τον κύκλο των γνωριμιών του, και μάλιστα διατηρώντας μια προνομιακή σχέση, αυτού που είναι «μέσα στα κόλπα».

 

Γιατί η βιομηχανία της διασκέδασης παράγει και διακινεί τα δικά της μικρό-κοινωνικά στάτους. Και είναι απαραίτητα «αντισταθμιστικά» προκειμένου αυτός ο «τάδε» ή η «δείνα» να συμφιλιωθεί–βεβαίως, βεβαίως– με τις άθλιες, καράμαυρες εργασιακές συνθήκες που επικρατούν. Γιατί σιγά μην άντεχε κανείς, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες ώρες, ν’ αντέξει τον εαυτό του δουλεύοντας –λογουχάρη– σ’ ένα βυρσοδεψείο…


 

…Μαζί με την αρπαγή, δηλαδή, δώρο κι ένα παραμύθι

 

Αηδία

 

Γύρισα και κοίταξα «τ’ ανίψια» μ’ ένα βλέμμα βουτηγμένο στην ξινίλα– σκέτη ρέγγα παστή. Εκείνοι μου ανταπέδωσαν το βαριεστημένο βλέμμα του Χάνου: «Θείο, μέσα στα κέφια
είσαι·
σε λίγο θα μας φέρουνε τα κόλλυβα σε σφηνάκι».

 

Ελήφθη το μήνυμα. Πάμε για ύπνο.


 

Γύρισα και κοίταξα αυτήν την συγκεκαλυμμένη κατάπτωση που μας περιστοιχίζει. Είδα μέσα μου και βρήκα τον καθρέφτη της. 

 

Έφυγα, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύπης:

 

Θλιμμένος για την ύπαρξη της αόρατης μεγαμηχανής που μας περικυκλώνει, πετσοκόβοντας κομμάτι-κομμάτι τις ζωές μας.

 

Χαρούμενος γιατί βρήκα έναν ακόμη πραγματικό εχθρό, να συμπληρώσω το πάζλ μου με τους ανεμόμυλους.

 

Υστερόγραφο: Θα ‘ρθει κάποτε ο καιρός, που θα ξανακάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα, με την φωτιά της­­- κι όχι τα ψυχρά φώτα του νέον- να μας καταβροχθίζει. Και τότε, οι χώροι αυτοί θα χάσκουν εγκαταλελειμμένοι, κενοί κι ερειπωμένοι, σαν ναοί μιας περασμένης, παράταιρης θρησκείας.

 

Οι Βρετανοί… ξανάρχονται

Στα του ματς, είμαι μάλλον με την Λίβερπουλ, επειδή η Μίλαν είναι του Μπερλουσκόνι, αλλά και γιατί προέρχεται από μία πόλη καθαρά εργατική. Σχεδόν, δηλαδή, γιατί όσο σκέφτομαι ότι πρόκειται για Άγγλους, τείνω να αναθεωρήσω. Άστα να πάνε. Εν’ τέλει δεν είμαι με κανένανε. Απλώς χε-στή-κα.

Εκείνο που μου την έχει δώσει είναι ότι οι Άγγλοι στριφογυρνάνε στην πόλη, μεθώντας ως γνήσιος, παρηκμασμένος αυτοκρατορικός λαός.

…Άι σιχτίρ αποικιοκράτες… Λες και ζούμε ένα μεταμοντέρνο ’44…

Εκδήλωση: Λίβανος, Μέση Ανατολή.

Την Τρίτη 22/05, στις 19:30, ο Αλί Φαγιάντ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Χεζμπολλά, θα μιλήσει και θα συζητήσει με τους παρευρισκόμενους για τις τελευταίες εξελίξεις στον Λίβανο και την Μέση Ανατολή. Η συζήτηση θα πραγματοποιηθεί στα γραφεία του Άρδην (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια).

Πλήρης ανάλυση των τελευταίων εξελίξεων στην Τουρκία

Το παρακάτω «σεντόνι» δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο της Κυριακής (13/05). Μπορείτε να το αναζητήσετε και εδώ. Συνιστά την πλέον εμπεριστατομένη ανάλυση για τα τεκτενόμενα στην Τουρκία. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε θέλει να έχει άποψη περί αυτών.

Κι ένα υστερόγραφο σχόλιο- αγωνία αναγνώστη εφημερίδων: Τέτοια κείμενα σπανίζουν στις ελληνικές εφημερίδες. Κρίμα. Έχουμε φτάσει σ’ ένα σημείο όπου- πλήν ελαχίστων, τιμητικών εξαιρέσεων- δημοσιογράφος τείνει να σημαίνει αναπαραγωγός δελτίων τύπων των Κομμάτων, των Πρεσβειών & της Ασφάλειας. Όταν ο Χέγκελ έλεγε ότι η εφημερίδα έχει αντικαταστήσει την πρωϊνή προσευχή δεν εννοούσε βεβαίως ότι η ανάγνωση θα καταλήξει να λειτουργεί εν είδει προσευχής στις κυρίαρχες πολιτικές ιδεολογίες. Με μία απλή λέξη, έ-λε-ος!

Read more

Εκλογές στη Γαλλία: Θα επαναληφθεί το φιάσκο του Μεσοπολέμου;*

Η Ευρώπη υποδέχθηκε μουδιασμένη την εκλογή του Νικολά Σαρκοζί. Η πλειοψηφία των αναλυτών επισημαίνει τη «στροφή προς τα δεξιά». Τούτο δεν είναι, όμως, από μόνο του αρκετό ν’ αποτυπώσει τις πραγματικές αλλαγές που σηματοδοτεί το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών για τη Γαλλία αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη. Ήδη, αυτή η «στροφή προς τα δεξιά» φαίνεται εν πολλοίς παράδοξη αν αναλογιστούμε τα γεγονότα που σημάδεψαν τη Γαλλία τα τελευταία δυόμισι χρόνια, το Όχι στο Ευρωστύνταγμα, το κίνημα των φοιτητών εναντίον του «Συμβολαίου Πρώτης Απασχόλησης», αλλά και την εξέγερση των υποβαθμισμένων Προαστίων.

«Η Γαλλία που φοβάται»
Κομβικό ρόλο για την εκλογή του Σαρκοζί στις εκλογές έπαιξε το γενικευμένο κλίμα ανασφάλειας που διαπερνά σήμερα τη γαλλική κοινωνία, ανασφάλειας έναντι της παγκοσμιοποίησης και των συνεπειών της.

Σε μία πρόσφατη δημοσκόπηση που διεξήγαγε το Chicago Council on Global Affairs, σε συνεργασία με την ιστοσελίδα WorldPublicOpinion.org, η Γαλλία κατέγραψε έντονο σκεπτικισμό έναντι της παγκοσμιοποίησης. Η γενική εικόνα, βεβαίως, παρέμεινε θετική μ’ ένα ισχνό, όμως, ποσοστό (το 51% υποστηρίζει ότι σε γενικές γραμμές η παγκοσμιοποίηση ωφελεί, ενώ το 42% ότι «κάνει κακό»). Στα ζητήματα, όμως, που έχουν να κάνουν με τις σχέσεις της παγκοσμιοποίησης με το περιβάλλον και την εργασία, οι απαντήσεις υπήρξαν συντριπτικές: Το 80% θεωρεί πως το διεθνές εμπόριο απειλεί την εργασιακή ασφάλεια, το 73% ότι δεν δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και το 66% πιστεύει ότι βλάπτει σοβαρά το περιβάλλον[1]. Τούτο σημαίνει πως οι Γάλλοι παραμένουν θετικοί σε μία γενικόλογη ιδέα της παγκοσμιοποίησης, απορρίπτοντας όμως κατηγορηματικά το περιεχόμενό της. Ας συγκρατήσουμε, όμως, αυτήν την αντίφαση για το τέλος.

Πέρα από την καταδίκη των σημαντικότερων πτυχών της παγκοσμιοποίησης, η ανασφάλεια στην Γαλλία έχει συγκεκριμένο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό περιεχόμενο.

Το κοινωνικό της περιεχόμενο εκδηλώθηκε με την έναρξη της εξέγερσης των υποβαθμισμένων γαλλικών προαστίων. Οι ταραχές απέδειξαν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι το δουλοκτητικό σύστημα που έχουν οικοδομήσει οι κοσμοπολίτικες ελίτ στο εσωτερικό της χώρας, με τους μετανάστες να απασχολούνται στις πιο κουραστικές εργασίες και τις λευκές και ανώτερες τάξεις να απολαμβάνουν, έχει φτάσει στα όριά του. Ο κοινωνικός ιστός έχει αποδιαρθρωθεί, και η Γαλλία εμφανίζει τα τυπικά συμπτώματα της κατακερματισμένης κοινωνίας των 2/3: Γκέτο, εξαθλίωση και έξαρση της εγκληματικότητας. Μόνο που, μαζί με την ταξική διάσταση του αποκλεισμού, συνδέεται άρρηκτα πρωτίστως η πολιτιστική –το Ισλάμ, που συνιστά πλέον στη Γαλλία τη δεύτερη μεγαλύτερη θρησκευτική κοινότητα– και δευτερευόντως η εθνοτική, μιας και οι περισσότεροι μετανάστες προέρχονται από πρώην γαλλικές αποικίες. Αυτή η εκρηκτική πραγματικότητα αποτελεί τη βάση της οιονεί μεταφοράς του «πολέμου των πολιτισμών», που διεξάγει η Δύση στη Μέση Ανατολή, στο εσωτερικό της γαλλικής κοινωνίας. Και το μίγμα είναι ήδη εκρηκτικό: οι Γάλλοι φοβούνται το έγκλημα που προκαλεί η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, και πολύ περισσότερο τρέμουν ότι αυτό εκφράζεται μέσω του Ισλάμ.

Η πολιτιστική διάσταση της ανασφάλειας έχει ως βάση την απώλεια της αίσθησης του ανήκειν στα πλαίσια μιας παγκοσμιοποίησης, η οποία υπονομεύει κάθε έννοια συλλογικής ταυτότητας. Η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του αμερικανικού μοντέλου του «μοναχικού πλήθους» επιτυγχάνεται μέσω της κατανάλωσης και της τηλεόρασης. Και οι πρόσφατες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις αποσκοπούν στη διαμόρφωση μιας γενιάς πειθήνιων εργαζόμενων και υπάκουων καταναλωτών που βουλιάζει στην αμάθεια και τη ρηχή σκέψη, δίχως κανένα πνευματικό έρεισμα και καμία ιστορική συνείδηση[2]. Σε γενικές γραμμές, η παγκοσμιοποίηση αφαιρεί το έδαφος κάτω από τα πόδια των ανθρώπων, αποεθνικοποιεί και απο-συλλογικοποιεί, και αυτοί αισθάνονται ολοένα και περισσότερο παραδομένοι στο αρχιπέλαγός της δίχως το ηθικό, αξιακό και ηθικό έρεισμα της ένταξης σε μία κοινότητα.

Η δε οικονομική της εκδοχή, δείγματα της οποίας εμφανίστηκαν και στη δημοσκόπηση του αμερικανικού ινστιτούτου, αφορά στην υποχώρηση της εξασφαλισμένης εργασίας και τη μεταφορά των επιχειρήσεων και της παραγωγής στο εξωτερικό. Η πραγματική της βάση, όμως, βρίσκεται στην πτώση της οικονομικής ισχύος της ευρωπαϊκής αγοράς, μέσα στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον που διαμορφώνεται από την άνοδο των νέων ασιατικών υπερδυνάμεων, της Ινδίας και της Κίνας. Οι οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών δεν αντέχουν πλέον τον ανταγωνισμό των φθηνών προϊόντων που παράγουν οι χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος και αναγκάζονται να προβούν σε περαιτέρω αναδιαρθρώσεις προκειμένου να αντέξουν σε αυτόν. Η προώθηση αυτών των πολιτικών είναι γι’ αυτούς ζήτημα ζωής ή θανάτου, ενώ το εκρηκτικό κοινωνικό τοπίο που έχει διαμορφώσει η μετανάστευση δεν καθιστά πολιτικά εφικτή την επιμονή σε αυτή· πρέπει, λοιπόν, από κάπου να προκύψει η συμπίεση του κόστους, παρόλο που η «λύση» που έχει βρεθεί δημιουργεί περαιτέρω δυσαρέσκεια στις κοινωνίες, συμπιέζει το πραγματικό τους βιοτικό επίπεδο και θολώνει επικίνδυνα το εργασιακό μέλλον της πλειοψηφίας.

Τέλος, η ανασφάλεια συνδέεται και με την είσοδο της Τουρκίας στην Ευρώπη. Κι αυτό συμβαίνει γιατί μία ευρωπαϊκή Τουρκία θα σημάνει άνοδο της μετανάστευσης των μουσουλμάνων κατοίκων της προς τη δυτική Ευρώπη, ενώ μια ατλαντική Τουρκία-μέλος της Ε.Ε. θα υπονομεύσει οριστικά οποιαδήποτε απόπειρα ενίσχυσης της συνοχής των ευρωπαϊκών θεσμών. Και μια διαλυμένη, χαλαρή Ευρώπη δεν μπορεί να ικανοποιήσει την επιτακτική ανάγκη των ευρωπαϊκών κοινωνιών για κραταιούς θεσμούς οι οποίοι να λειτουργούν προστατευτικά έναντι της παγκόσμιας αστάθειας.

Η Δεξιά που «ακούει»
Αυτήν την πολυδιάστατη πραγματικότητα της ανασφάλειας συνέλαβε η Δεξιά του Σαρκοζί καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, και φρόντισε σύντομα να καταθέσει τις δικές της, σαφείς απαντήσεις από τη δική της σκοπιά. Έτσι, εμφανίστηκε μ’ ένα ριζικά ανακαινισμένο προφίλ που συνιστά ένα βήμα παραπέρα από τις πολιτικές θέσεις που εξέφραζε καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ενίσχυσης της παγκοσμιοποίησης.

Γνωρίζοντας τι σημαίνει ανασφάλεια για την γαλλική κοινωνία, φρόντισε να εμφανιστεί ως η δύναμη εκείνη που θέτει με πυγμή, σαφή και κατηγορηματικά όρια στην παγκοσμιοποίηση, προτείνοντας σε ορισμένα επίπεδα πολιτικές που την αντιστρατεύονται ανοιχτά. Μίλησε για το οριστικό τέλος της λαθρομετανάστευσης, υποσχέθηκε την ίδρυση υπουργείου Εθνικής Ταυτότητας και δεσμεύτηκε να αυξήσει τα επίπεδα της καταστολής στο εσωτερικό, ποντάροντας ακόμα περισσότερο σ’ ένα κράτος-αστυνόμο που θα αμβλύνει το αίσθημα της ανασφάλειας των Γάλλων.

Σε μεγάλο βαθμό, τα αποτελέσματα της εκλογικής αναμέτρησης συνιστούν κυρίως ήττα της Αριστεράς και όχι καθαρή νίκη της Δεξιάς. Γιατί η Αριστερά ήταν εκείνη που είχε συγκεχυμένο πρόγραμμα και θολή ιδεολογία. Γιατί δεν έδειξε τη διάθεση, ούτε αυτήν τη φορά, να ξεκαθαρίσει τις σχέσεις της με την Παγκοσμιοποίηση και όλα τα παρεπόμενα της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού που αυτή προκαλεί (ανασφάλεια, εγκληματικότητα, αποξένωση κ.ο.κ.). Αντίθετα, επέμενε στις γενικόλογες διακηρύξεις της περί «σεβασμού του κοινωνικού κράτους» και έμφαση στο «προνοιακό και συμμετοχικό προφίλ διακυβέρνησης», σαν να ήθελε να υπογραμμίσει για άλλη μια φορά την αναγκαιότητα μιας «παγκοσμιοποίησης με ανθρώπινο πρόσωπο», παρόλο που αυτό έχει προ πολλού καταγραφεί στις συνειδήσεις των πολιτών ως μία κραυγαλέα αντίθεση.

Οι Σοσιαλιστές της Σεγκολέν στάθηκαν ανίκανοι να πείσουν για τις προθέσεις τους. Κι αυτό γιατί δεν μπορείς να διατηρείς ένα πολιτικό πρόγραμμα και μια ιδεολογία, που εκφράζει κυρίως τα κοσμοπολίτικα ανώτερα στρώματα των διανοουμένων, των δημοσίων υπαλλήλων και των καλλιτεχνών, τους νεο-γιάπηδες της Λιμπερασιόν, τις ανώτατες γραφειοκρατίες και τους σικ καλλιτέχνες, προσπαθώντας ταυτόχρονα να εκπροσωπήσεις μία σοβαρή προοπτική άρσης της οικονομικής και της κοινωνικής ανασφάλειας των μη-προνομιούχων. Ο Σαρκοζί έσπευσε να το καυτηριάσει: «Η Γαλλία δεν έχει ανάγκη από Αριστερούς που κόπτονται για το Δημόσιο Σχολείο και στέλνουν τα παιδιά τους στο Ιδιωτικό, Αριστερούς που ενδιαφέρονται για τα προάστια αλλά μένουν στο κέντρο».

Γι’ αυτό και ο Σαρκοζί «τσιμέντωσε» το κοινωνικό του μπλοκ και συσπείρωσε όλη την παραδοσιακή βάση της Δεξιάς. Η κοινωνική σύνθεση των ψηφοφόρων έχει ως εξής: Το 61% των πολιτών μεταξύ 60-69 ετών και το 68% των πολιτών άνω των 70 ετών· το 57% των Γάλλων με υψηλά εισοδήματα, το 67% των αγροτών, το 82% των εμπόρων και των βιοτεχνών, το 77% των ανεξάρτητων επαγγελματιών· το 57% των κατοίκων της περιφέρειας και το 68% των κατοίκων της Αλσατίας και της Κυανής Ακτής.
Στον αντίποδα, η Σεγκολέν μάζεψε τους ψηφοφόρους της «από εδώ κι από εκεί», ενώ καταδεικνύεται σαφώς πως πολλοί στράφηκαν την τελευταία στιγμή προς αυτήν, πραγματοποιώντας μία έσχατη προσπάθεια να αποφύγουν το μέλλον που επιφυλάσσει ο Σαρκοζί. Γι’ αυτό και η Ρουαγιάλ συγκέντρωσε ισχνές πλειοψηφίες στις κοινωνικές κατηγορίες όπου επικράτησε, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων: στους νέους 58% και στους μεσήλικες 55%· στους εργάτες, 54% και τους δημόσιους υπάλληλους 57%, τους ανέργους 75%, τους φοιτητές 58%, στους Γάλλους με πολύ χαμηλά εισοδήματα 56% και στο Σαίν-Ντενί, «δείκτη» των υποβαθμισμένων Προαστίων, 56,6%[3].

Ασφαλώς, η απάντηση της Δεξιάς είναι συντηρητική, αυταρχική και αντιδραστική. Αναδεικνύει ως υπ. αριθμόν 1 «εσωτερικό εχθρό» τους μετανάστες και το Ισλάμ, υποκρύπτοντας τεχνηέντως πως την πραγματική υπαιτιότητα έχουν οι ίδιες οι γαλλικές ελίτ, που διαμόρφωσαν αυτό το δουλοκτητικό σύστημα εκμετάλλευσης, αλλά και η Δύση στο σύνολό της, που εκστράτευσε εναντίον της Μέσης Ανατολής πυροδοτώντας δίχως επιστροφή τον «πόλεμο των πολιτισμών». Προωθεί την καταστολή του εγκλήματος και την αστυνόμευση για να καταπολεμήσει τη ρήξη στη συνοχή, γιατί στην ουσία δεν επιθυμεί να θίξει την ουσία του προβλήματος, ότι, δηλ., η ελεύθερη αγορά και το διεθνές εμπόριο έχει οξύνει τόσο πολύ τις ανισότητες ώστε είναι επόμενο να τροφοδοτούνται τέτοια φαινόμενα.
Ουσιαστικά, η Δεξιά του Σαρκοζί υιοθετεί ένα πολύ μεγάλο μέρος του προγράμματος και των ιδεών του Ζαν-Μαρί Λεπέν. Η αντιπαλότητα με τους μετανάστες, η επιμονή στο αστυνομικό κράτος, οι θέσεις περί «γονιδιακής φύσης του εγκλήματος» αποτελούν στην ουσία τη δική του συμβολή στο γαλλικό πολιτικό σύστημα. Κι έτσι μπορούμε να συνδέσουμε τα νήματα και να διαπιστώσουμε μία συνέχεια ανάμεσα σ’ αυτές τις προεδρικές εκλογές και τις προηγούμενες, όταν, ανέλπιστα, ο Λεπέν κατάφερε να εισέλθει στον δεύτερο γύρο. Το σχήμα είναι απλό και δεν διέφυγε της προσοχής των Γάλλων: Ο Λεπέν προκάλεσε έναν «πολιτικό σεισμό» στις προηγούμενες εκλογές, πετυχαίνοντας να καθιερώσει στο γαλλικό πολιτικό σκηνικό την αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης από τα Δεξιά. Οι δονήσεις αυτού του «σεισμού» επηρέασαν όλα τα κόμματα και κυρίως τις θέσεις του Σαρκοζί, ο οποίος έσπευσε να ενστερνιστεί τις ιδέες του. Γι’ αυτό και η επισήμανση της κόρης του Λεπέν, και διαδόχου του στην ηγεσία της ακροδεξιάς, πως, σε αυτές τις εκλογές, ο Λεπέν έχασε εκλογικά και νίκησε ιδεολογικά, είναι απολύτως εύστοχη.

Αυτό που μένει, έπειτα από όλα αυτά, είναι να αναρωτηθούμε γιατί, έπειτα από μία σειρά σημαντικών κοινωνικών κινητοποιήσεων, τα πολιτικά ρήγματα στην παγκοσμιοποίηση προήλθαν από τη Δεξιά και όχι από την Αριστερά. Το σχήμα της «προδοσίας της Αριστεράς», αν και ευσταθεί, δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως αυτήν την πραγματικότητα, αφού δεν μπορεί να αιτιολογήσει πλήρως το γιατί η απάντηση ήλθε από τα χείλη ενός σκληρού, αλά Μπελμοντό, ηγέτη της Δεξιάς.

Προκειμένου να εξηγήσουμε αυτήν την εξέλιξη, πρέπει να συνοψίσουμε την κατάσταση ολόκληρης της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι γερασμένη δημογραφικά, πολιτιστικά και πολιτικά. Το σύστημα της δουλοκτησίας που έχουν στήσει οι ελίτ, τόσο στο εσωτερικό των κοινωνιών τους με τους μετανάστες, όσο και στο εξωτερικό με την απομύζηση του πλούτου της περιφέρειας, έχει μεταβάλει ως επί το πλείστον τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς σε νωθρούς, κορεσμένους καταναλωτές.

Η αντίδραση στην κρίση είναι, επομένως, συντηρητική, γιατί ακριβώς πραγματοποιείται από τη σκοπιά της διατήρησης των κεκτημένων σ’ έναν άνισο κόσμο. Και έχει ως προμετωπίδα την υπερβολική χρήση της ισχύος, που μεταφράζεται σε αστυνόμευση, πυγμή, καταστολή και αυταρχισμό, ακριβώς γιατί αγωνίζεται εναντίον της ιστορικής λογικής: προσβλέπει στο να αφαιρέσει με το νυστέρι τα «κακά» του συστήματος, προφυλάσσοντας όμως τις αιτίες που τα παράγουν, δηλαδή την παγκοσμιοποίηση, γιατί αυτές ταυτόχρονα είναι και η πηγή της ευημερίας της! Είναι μία κίνηση δύσκολη, περίπλοκη, γιατί το έργο της βυθίζεται στην αντίφαση που περιγράψαμε.

Αυτή θέτει και τα όρια των ευρωπαϊκών αντιδράσεων στην παγκοσμιοποίηση, κι αυτή, μεταξύ άλλων, προκαλεί το παράδοξο που ζήσαμε σ’ αυτές τις γαλλικές εκλογές: μια κοινωνία που εν πολλοίς αποστρέφεται την παγκοσμιοποίηση να επιλέγει για εκφραστή της έναν Νεοφιλελεύθερο, Ατλαντιστή, Αυταρχικό Δεξιό…

Αντί επιλόγου: Ο Μεσοπόλεμος στην αυγή του 21ου αιώνα

Το σκηνικό που τείνει να στηθεί έπειτα από την επικράτηση του Σαρκοζί έχει πάρα πολλές αναλογίες με ό,τι συνέβη στην Ευρώπη κατά τον μεσοπόλεμο. Έχουμε μία Δεξιά η οποία είναι πολύ περισσότερο «υποψιασμένη» και έτοιμη ν’ απαντήσει στις αγωνίες των ανθρώπων και των κοινωνιών, αγωνίες που προκύπτουν από την ασύδοτη δράση των επικυρίαρχων του πλανήτη και των μηχανισμών του εμπορίου. Στον αντίποδα, οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις μοιάζουν υπνωτισμένες, επιμένουν να αναπαράγουν στις ιδέες τους πτυχές του κυρίαρχου μοντέλου, διαγράφοντας μικρές, «κριτικές» διορθώσεις, και αρκούνται να αντιπαλεύουν την ενίσχυση της δεξιάς, επιδιδόμενες απλώς σ’ έναν μηχανιστικό ετεροπροσδιορισμό: φροντίζουν να υποστηρίζουν τις ακριβώς αντίθετες θέσεις, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες που τους περιστοιχίζουν. Το μόνο που καταφέρνουν όμως, όντας εκτός τόπου και χρόνου, είναι να χαρίζουν στις δυνάμεις της σκληρής, αυταρχικής δεξιάς μία συντριπτική ιδεολογική ηγεμονία…

[1] Ολόκληρη η μελέτη είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα: http://www.worldpublicopinion.org/pipa/pdf/apr07/CCGA+_GlobTrade_article.pdf
[2] Ως προς αυτό βλέπε, Νατάσα Πολονύ, Τα χαμένα Παιδιά μας, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2006 και Ζαν-Κλωντ Μισεά, Η Εκπαίδευση της Αμάθειας, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004.
[3] Η κοινωνική σύνθεση της ψήφου των δύο υποψηφίων δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, στις 08/05/07.


*Το άρθρο αυτό θα δημοσιευτεί στο νέο τεύχος του περιοδικού Άρδην (τ. 64) το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα.

3 Χρόνια Αυτοσχεδία

aftosxedia1.jpg


H Αυτοσχεδία θέλησε, εξ’ αρχής, να εκφράσει την «κίνηση» ορισμένων φοιτητών να καταργήσουν το «μέγα χάσμα» που υφίσταται μεταξύ Πανεπιστημιούπολης και Πόλης στην Θεσσαλονίκη. Να ξεφύγουν από τον «ιδρυματισμό» της φοιτητικής ζωής, που έχει προσδώσει και μία διάσταση αρνητική στην έννοια του «ασύλου», εκείνη του εγκλεισμού σε μια ζωή αποκομμένη από την πραγματικότητα της πόλης.

Λίγα χρόνια πέρασαν (3). Κι όμως! Στην διάρκεια αυτών πολλοί κύκλοι (προσωπικοί και συλλογικοί) έκλεισαν κι άλλοι, νέοι, άνοιξαν. Η Αυτοσχεδία κατάφερε να ξεπεράσει τους ορίζοντές αυτών των κύκλων και να αποκτήσει την δική της, αυθύπαρκτη πορεία. Και να συνεχίσει στην δημιουργικότητά της, αποφεύγοντας τα ποικίλα «ζόμπι» που αναπόφευκτα στοιχειώνουν τέτοιου τύπου εγχειρήματα…

Τα υπόλοιπα, εξίσου ενδιαφέροντα, είναι αντικείμενο ενός απολογισμού που φαντάζομαι ότι θα προκύψει στην ώρα του.

Προς το παρόν, όμως, γιορτάζουμε…

  • Σκαντζόχοιρος ο αυτοσχεδεύς
        1. ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

    Ο χώρος κοινωνικού προβληματισμού και παρέμβασης, «Αυτοσχεδία» σας προσκαλεί στο δεκαήμερο, 11/5 με 20/5, δράσεων και εκδηλώσεων με αφορμή τα τρία χρόνια της ύπαρξης και λειτουργίας της.

    – Παρασκευή 11/5, 19:00 Τα Μεγάλα έργα της Θεσσαλονίκης και πώς αυτά διαμορφώνουν το μέλλον της πόλης (Μετρό, Υποθαλάσσια, Αναθεώρηση του Άρθρο 24, Ανάπλαση Κέντρου κα)

    – Σάββατο 12/5, 20:00 Μουσική βραδιά με φίλους.

    – Κυριακή 13/5, 18:00 Θέατρο από τα παιδιά της γειτονιάς.
    19:30 Παράσταση θεάτρου σκιών «Όρνιθες» από το
    Σκιοθέατρο του Αγάπιου Αγαπίου.

    – Δευτέρα 14/5, 20:00 Eπίδειξη simultane (παράλληλες παρτίδες
    Σκακιού από ένα σκακιστή) .

    – Τετάρτη 16/5, 17:00 Τουρνουά Σκάκι.

    – Παρασκευή 18/5 έως Κυριακή 20/5, Έκθεση ζωγραφικής από τη
    Συλλογικότητα Κaratransavantguardia.

    – Σάββατο 19/5, 20:00 Εκδήλωση – Συζήτηση για τη σύγχρονη
    ζωγραφική με τα μέλη της Καλλιτεχνικής Συλλογικότητας
    Κaratransavantguardia.

    – Κυριακή 20/5, Φαγοπότι στη γειτονιά σε συνεργασία με το Πνευματικό
    Κέντρο της Παναγίας της Λαοδηγήτριας.

    Η επέλαση της αμάθειας (σκόρπιες σκέψεις)

    Ο εργασιακός μεσαίωνας έχει κι ένα ξαδελφάκι… Πρόκειται για τον εκπαιδευτικό μεσαίωνα που προετοιμάζει η παγκοσμιοποίηση για όλους τους λαούς της γης. Αυτός, έχει και όνομα, λέγεται αμάθεια και σκοπός του είναι να μεταβάλει τους νέους ανθρώπους σε λειτουργικά αναλφάβητους εξειδικευμένους εργαζόμενους και άρα σε πειθήνιους υπηκόους/εργάτες/καταναλωτές. Η αμάθεια είναι το νέο προϊόν του παγκόσμιου, νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ο τελευταίος επιτάσσει την προσήλωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις αρχές της χρηστικότητας, της επιχειρηματικότητας και της λήθης διαμορφώνοντας ένα σχολείο στο οποίο ο μαθητής αποκλείεται από την ολόπλευρη μόρφωση και κυρίως από την κατανόηση του κόσμου που τον περιβάλλει και την κριτική σκέψη. Πως επιτυγχάνεται αυτό;

    Η χρηστικότητα μας λέει ότι ο μαθητής πρέπει να διδαχθεί την γλώσσα και την έκφραση από και για την καθημερινότητα. Η καθημερινότητα όμως σήμερα είναι ισοπεδωμένη από τα προϊόντα της κυρίαρχης καταναλωτικής κουλτούρας: Έτσι από τα βιβλία της γλώσσας εξοβελίζονται σταδιακά τα λογοτεχνικά κείμενα και τα δοκίμια και πολλαπλασιάζονται οι συνταγές μαγειρικής, οι οδηγοί πόλεων, οι διαφημίσεις. Το αποτέλεσμα είναι οι μαθητές να διαμορφώνουν ένα λεξιλόγιο 500, 600 το πολύ 700 λέξεων. Αυτό το λεξιλόγιο είναι που θα τους επιτρέψει στο μέλλον να διαβάσουν μία έντυπη λάιφ-στάιλ αηδία, να σουλατσάρουν καταναλώνοντας σ’ ένα τεράστιο πολυκατάστημα, να παρακολουθήσουν ένα τηλεοπτικό σκουπίδι ή να αναπαραγάγουν την καθημερινή προπαγάνδα των φερέφωνων της πολιτικής ορθότητας του συστήματος. Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση, όμως, να τους επιτρέψει να εκφράσουν οι ίδιοι με κάποια πληρότητα τα συναισθήματά τους, να διαβάσουν ένα βιβλίο, να σκεφτούν πάνω στην κατάσταση της πόλης, της χώρας και του πλανήτη τους, να μιλήσουν μαζί με άλλους γι’ αυτά κ.ο.κ. Εξ’ άλλου, για όλα τα «μεγάλα ζητήματα» ο καταμερισμός της παγκοσμιοποίησης έχει επιληφθεί. Οι ελίτ σκέφτονται, συσκέπτονται, αποφασίζουν. Οι πολλοί απλώς ζουν.

    Η επιχειρηματικότητα επιβάλει στο σχολείο την προώθηση των ηθών του κυρίαρχου συστήματος. Το κέρδος, το οικονομικό συμφέρον, ο ανταγωνισμός, η εργαλειακή λογική και ο ψυχρός υπολογισμός αποθεώνονται. Η κουλτούρα της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας, της συντροφικότητας και της συνύπαρξης εκμηδενίζεται.

    Γι’ αυτό και η Μαρούλα δεν δίνει πια το μήλο της στον Νίκο, που πεινάει. Γιατί, μέσα από τα προβλήματα της αριθμητικής που τις μαθαίνουν πόσα ευρώ έχει και πως να τα ξοδέψει αγοράζοντας περισσότερα πράγματα ή τις εκθέσεις με θέμα Μια βόλτα στο The Mall έχει μάθει ότι σ’ αυτόν τον κόσμο προηγείται αυτή, τα ευρώ και τα προϊόντα κι ό,τι ύστερα ακολουθούν και οι «άλλοι», που όταν δεν σκοτώνονται για λογικά ανεξήγητους και εν πάσει περιπτώσει αποκρουστικούς λόγους (όπως η ελευθερία τους, η αξιοπρέπειά τους, η αυτοδιάθεσή τους) επίσης ενδιαφέρονται μόνον για τα ευρώ και τα προϊόντα, αν και μερικές φορές για επίσης αδιευκρίνιστους λόγους τα ευρώ δεν υπάρχουν, τα προϊόντα σπανίζουν.

    Για την λήθη έχουμε μιλήσει πολύ στην διαμάχη των βιβλίων της Ιστορίας του Δημοτικού. Πρόσφατα, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του Φρήντμαν με θέμα Ο κόσμος είναι επίπεδος. Ο επίπεδος κόσμος του κ. Φρήντμαν και της παγκοσμιοποίησης, έχει κι ένα επίπεδο παρελθόν. Από τι ισοπεδώνεται αυτό το παρελθόν; Μα από αυτό που σήμερα, στο παρόν, είναι αποκρουστικό για τους κρατούντες αλλά κι αυτό που η επίγνωσή του δημιουργεί ρήγματα στην εφησυχασμένη συνείδηση του παρόντος: η αποικιοκρατία, η κατοχή, η λεηλασία, οι αρπαγές, όλα εκείνα τα στιγμιότυπα της βαρβαρότητας που γέννησαν την σύγχρονη, παγκόσμια ηγεμονία της Δύσης & των συνεργατών της. Επίσης, στην μαύρη λίστα της ιστορίας βρίσκονται η ιστορικότητα των συλλογικών συνειδήσεων και οι αγωνιστικές τους διαστάσεις, οι μεγάλες εθνικές και κοινωνικές επαναστάσεις, τα κατορθώματα των ηρώων τους.
    Μ’ αυτά τα υλικά, λοιπόν, τα σύγχρονα εργοστάσια παραγωγής πειθήνιων συνειδήσεων φτιάχνουν τ’ αντιπαθητικά δίποδα που συνωστίζονται στις μεγαλουπόλεις καταλώνοντας, δουλεύοντας και καταναλώνοντας.

    Ερώτηξις: Που είναι τα εκπαιδευτικά κινήματα για να μιλήσουν για όλα αυτά (οέο;);


    Υστερόγραφο: Ο Χρήστος Μόρφος είχε γράψει στο ιστολόγιό του μία πολύ εμπεριστατομένη παρουσίαση του βιβλίου του Ζάν Κλώντ Μισέα, Εκπαίδευση της Αμάθειας. Δείτε την! Αξίζει.