ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ, Η ΑΚΡΑ ΔΕΞΙΑ, Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ…

Το κείμενο αυτό είναι ένα απόσπασμα από το άρθρο του Emilio Quadrelli, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 77 του γερμανικού περιοδικού της Αυτονομίας Wildcat. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε στην αντιεξουσιαστική επιθεώρηση Black-Out (τεύχος 8, Μάρτιος 2007). Ολόκληρο το κείμενο μπορεί κανείς να το διαβάσει εδώ. Η μετάφραση είναι του μίμη.

Το αναδημοσιεύουμε εδώ, γιατί συμβάλει στην επίκαιρη συζήτηση για τους χούλιγκανς στα γήπεδα και την σχέση του φαινομένου με την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς.

«Καθώς δεν είναι εξωγήινοι, οι εξτρεμιστές των γηπέδων δεν έρχονται από άλλο πλανήτη, κατοικούν σε αστικές περιοχές που δεν είναι δύσκολο να τις προσδιορίσουμε: στις περιφέρειες. Για την αριστερά, αυτό πρέπει να βάλει ένα ζήτημα. Γιατί τα αστικά περιβάλλοντα που παραδοσιακά συνδέονταν με την αριστερά ξαφνικά μετατράπηκαν σε θερμοκήπιο την άκρας δεξιάς; Γιατί η κουλτούρα και το στυλ της φασιστικής αντι-μόδας κατόρθωσε να είναι ηγεμονική σε ένα μεγάλο βαθμό στα γήπεδα και, σε ένα μικρότερο βαθμό, στις αστικές περιφέρειες; Ίσως υπάρχουν βαθιές εξηγήσεις που απαιτούν ιδιαίτερα οξυδερκή ματιά, αλλά ακόμα και αν περιοριστούμε στην επιφάνεια μπορούμε να πούμε μερικά πράγματα. Διασχίζοντας αυτές τις περιφέρειες μπαίνουμε σε ένα μελαγχολικό σύμπαν το οποίο, μετά το ξύπνημα κάποιων κοινωνιολόγων, έχουν καθοριστεί ως “μη-τόποι”. Η πεζή πραγματικότητα πως εκατομμύρια ανθρώπων ζουν εκεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων θεωρείται απλά ως μπελάς, το υπόλειμμα ή το ανεπιθύμητο παράπλευρο αποτέλεσμα της μεταμοντέρνας εποχής. Αλλά τι είναι αυτό που κάνει τόσο ανύπαρκτους τους κατοίκους αυτών των περιοχών; Τι λάθη τους έχουν σημαδέψει; Απασχολούνται σε δουλειές χαμηλού κύρους, κυρίως χειρωνακτικές -παραγωγικές ή μη, δεν κάνει μεγάλη διαφορά. Για το μεγαλύτερο κομμάτι, όταν δεν δουλεύουν, αντί να συνεισφέρουν στο κόσμο του τέλους της εργασίας που τελευταία είναι και της μόδας, βυθίζονται στην πεζή κατάσταση της ανεργίας, αποκαλύπτοντας για μια ακόμη φορά, ότι αν ήταν απαραίτητο, θα αποτελούσαν για πάντα τα απομεινάρια του 20ου αιώνα. Αλλά δεν σταματούν εκεί, είναι ήδη απρόσωποι και ξεπερασμένοι από τις ίδιες τις καταστάσεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αφιερώνουν τον εαυτό τους, σε παράνομες δραστηριότητες. Αλλά αντί να αφιερώσουν τους εαυτούς τους σε παράνομες δραστηριότητες, που είναι τουλάχιστον της μόδας, όπως η πειρατεία σε υπολογιστές και προγράμματα, αυτοί συνεχίζουν να κλέβουν, να ληστεύουν και να σπρώχνουν ναρκωτικά. Με μια λέξη, δεν καταφέρνουν να λειτουργήσουν γνωστικά ή άυλα σε τίποτε, ούτε καν στο έγκλημα. Και όταν, όπως συχνά συμβαίνει, μαζί με μερικά άλλα εκατομμύρια ατόμων, φοράνε τα “μπλε κολάρα” και καθημερινά αντιμάχονται το κεφάλαιο στο πεδίο της εργασίας, φαντασιώνονται για τους εαυτούς τους ότι ακόμη έχουν, αν όχι ένα ιστορικό, τουλάχιστον έναν κοινωνικό ρόλο. Οι μεταμοντέρνοι φιλόσοφοι βιάζονται να τους φωνάξουν ότι πρέπει να σταματήσουν να ανησυχούν, γιατί παρόλο που μπορεί να μην το έχουν καταλάβει, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν πια. Όχι μόνο αυτό, αλλά όπως συχνά εξηγείται, γενικά, η αναζήτηση μιας ισχυρής ταυτότητας είναι κάτι ιστορικά απόλυτο, και υποκειμενικά μιλώντας, μια αντιδραστική διαδικασία, επειδή παρεμποδίζει τα ανατρεπτικά στοιχεία, τα οποία έχει εντάξει ο καπιταλισμός στην κυκλοφορία: την εποχή του ατόμου. Αλλά συμμετέχοντας ως άτομο είναι προϋπόθεση η δυνατότητα να είναι κανείς κάτι τέτοιο.

Στην παγκόσμια εποχή, όπως και σε κάθε άλλο μεγάλο μετασχηματισμό, εάν κάποιος κερδίζει, σίγουρα κάποιος άλλος χάνει. Εάν πολλοί, ακόμη όμως μειοψηφία, ενισχύονται από τις ευκαιρίες που παρέχει ο παγκόσμιος καπιταλισμός για να αποτινάξουν όλους τους περιορισμούς και να υιοθετήσουν την ελαφριά ταυτότητα του ελεύθερου ατόμου σε μια ελεύθερη αγορά, για την ζωή των περισσότερων οι προσδοκίες διαφέρουν. Το πεπρωμένο μπορεί να είναι μόνο αυτό του αιώνιου περιθωρίου. Και αυτή η θλιβερή ταυτότητα είναι η μόνη που “επιτρέπεται” να φέρει κάποιος.

Τι άραγε προσφέρει η δεξιά σε αυτές τις μάζες χωρίς ιστορία και μέλλον. Όχι πολλά για να πούμε την αλήθεια. Τους προσφέρει μια έννοια συλλογικότητας, που όσο παλιομοδίτικο κι αν ακούγεται αυτό, είναι κάτι σημαντικό. Πάνω από όλα τους προσφέρει έναν εχθρό. Οι ελίτ, αντιμετωπίζουν με κυνισμό και μια ειρωνική αδιαφορία την αποδοχή την οποία έχει το εννοιολογικό ζεύγος “φίλος /εχθρός” στον κόσμο, αποτελώντας και τη μοναδική εξαίρεση. Για να το θέσουμε απλά, η άκρα δεξιά, κατευθύνει το μίσος των περιφερειών απέναντι σε κάτι συμπαγές. Προσφέρει μια ταυτότητα και μια ελπίδα. Στην ουσία, λένε: Εάν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο σήμερα, οφείλεται σε αυτούς, τους κατοίκους του κέντρου, που έχουν τα λεφτά, τα μέσα και τη δύναμη που τα χρησιμοποιούν εναντίον μας. Αλλά δεν θα υποκύπτουμε για πολύ ακόμη. Υπάρχουμε και σύντομα θα πρέπει να το καταλάβουν. Η ιστορία πάντα κινείται από ένα “εμείς” που εναντιώνεται σε ένα “αυτοί”. Ποτέ δεν δραπετεύει από αυτή τη διάσταση. Η άκρα δεξιά, στις περιφέρειες, επινοεί ένα φτιαχτό εμείς, το οποίο με ένα τρόπο είναι σε θέση να στρέψει το μίσος σε μια ταυτότητα, σε ένα σχέδιο. Στις περιφέρειες δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλες εναλλακτικές. Χωρίς να έχει κανένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα, απλά επειδή δεν έχει κανένα ουσιαστικό αντίπαλο, η άκρα δεξιά βρίσκεται αναπάντεχα να μονοπωλεί τις αστικές περιφέρειες. Είναι γνωστό ότι για ένα μεγάλο διάστημα η αριστερά είχε εγκαταλείψει τη ρητορεία του σχήματος “εχθρός/φίλος”, τασσόμενη με οπτικές του κόσμου, όπου η φιλοσοφία της καλοσύνης, των καλών προθέσεων, κυριαρχούσε. Αντίθετα, χωρίς κανένα δισταγμό, υιοθέτησε το λόγο των ατόμων.

Η αριστερά δεν μπορεί να βοηθήσει, αλλά ταυτόχρονα έδειξε στον εαυτό της ότι την χωρίζει άβυσσος από τις μάζες της περιφέρειας. Μια σνομπίστικη στάση που παρόλη τη σύγχυση που τη διατρέχει, οι ανώνυμες μάζες την προσλαμβάνουν. Αυτοί οι “κόσμοι” δέχονται ελάχιστη προσοχή, πέρα από τα επιμέρους παραδείγματα, όπου πολιτικοί αγωνιστές, χωρίς το φόβο της μόλυνσης από τα βασικά ένστικτα των ανθρώπων, όπως στην περίπτωση των οπαδών της Λιβόρνο, οι οποίοι θεωρούνται από την αριστερά μια γραφική κατάσταση. Και αυτό που είναι αλήθεια για τις αστικές περιφέρειες, είναι ακόμη περισσότερο αλήθεια για τα γυμναστήρια, όπου το ναζιστικό lifestyle, εύκολα πέτυχε να είναι ηγεμονικό. Σε αυτή την περίπτωση ένας άρρωστα συγκαλυμμένος ακαδημαϊσμός, παρέδωσε αυτούς τους κόσμους στο βασίλειο της “γυμνής ζωής”, όπου όλοι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να δώσει κανείς σημασία.

Στην αποκήρυξη των πάντων, η αριστερά κατέληξε να θεωρεί απρόσφορο κάθε είδος οργανικής σύνδεσης με τους ανθρώπους, οι οποίοι εξ’ ορισμού δεν έχουν ιδιαίτερη παρουσία σε εξεζητημένα περιβάλλοντα, είτε οικονομικά, είτε διανοητικά. Στις αστικές περιφέρειες, η αριστερά γίνεται αντιληπτή χωρίς εξαιρετικές διαφορές, είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα του “κέντρου”, άνθρωποι που έρχονται από έξω, που ζουν μια “επίχρυση ζωή” στον κόσμο του μεσοαστικού εγκλεισμού, των ατομισμών, του τέλους της εργασίας και όλων των μετα-μετά καταστάσεων, αλλά που, τελικά, δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς όπου η καθημερινότητα είναι ένας αγώνας».

… Τα σχόλια δικά σας…

Advertisements