ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ, Η ΑΚΡΑ ΔΕΞΙΑ, Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ…

Το κείμενο αυτό είναι ένα απόσπασμα από το άρθρο του Emilio Quadrelli, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 77 του γερμανικού περιοδικού της Αυτονομίας Wildcat. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε στην αντιεξουσιαστική επιθεώρηση Black-Out (τεύχος 8, Μάρτιος 2007). Ολόκληρο το κείμενο μπορεί κανείς να το διαβάσει εδώ. Η μετάφραση είναι του μίμη.

Το αναδημοσιεύουμε εδώ, γιατί συμβάλει στην επίκαιρη συζήτηση για τους χούλιγκανς στα γήπεδα και την σχέση του φαινομένου με την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς.

«Καθώς δεν είναι εξωγήινοι, οι εξτρεμιστές των γηπέδων δεν έρχονται από άλλο πλανήτη, κατοικούν σε αστικές περιοχές που δεν είναι δύσκολο να τις προσδιορίσουμε: στις περιφέρειες. Για την αριστερά, αυτό πρέπει να βάλει ένα ζήτημα. Γιατί τα αστικά περιβάλλοντα που παραδοσιακά συνδέονταν με την αριστερά ξαφνικά μετατράπηκαν σε θερμοκήπιο την άκρας δεξιάς; Γιατί η κουλτούρα και το στυλ της φασιστικής αντι-μόδας κατόρθωσε να είναι ηγεμονική σε ένα μεγάλο βαθμό στα γήπεδα και, σε ένα μικρότερο βαθμό, στις αστικές περιφέρειες; Ίσως υπάρχουν βαθιές εξηγήσεις που απαιτούν ιδιαίτερα οξυδερκή ματιά, αλλά ακόμα και αν περιοριστούμε στην επιφάνεια μπορούμε να πούμε μερικά πράγματα. Διασχίζοντας αυτές τις περιφέρειες μπαίνουμε σε ένα μελαγχολικό σύμπαν το οποίο, μετά το ξύπνημα κάποιων κοινωνιολόγων, έχουν καθοριστεί ως “μη-τόποι”. Η πεζή πραγματικότητα πως εκατομμύρια ανθρώπων ζουν εκεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων θεωρείται απλά ως μπελάς, το υπόλειμμα ή το ανεπιθύμητο παράπλευρο αποτέλεσμα της μεταμοντέρνας εποχής. Αλλά τι είναι αυτό που κάνει τόσο ανύπαρκτους τους κατοίκους αυτών των περιοχών; Τι λάθη τους έχουν σημαδέψει; Απασχολούνται σε δουλειές χαμηλού κύρους, κυρίως χειρωνακτικές -παραγωγικές ή μη, δεν κάνει μεγάλη διαφορά. Για το μεγαλύτερο κομμάτι, όταν δεν δουλεύουν, αντί να συνεισφέρουν στο κόσμο του τέλους της εργασίας που τελευταία είναι και της μόδας, βυθίζονται στην πεζή κατάσταση της ανεργίας, αποκαλύπτοντας για μια ακόμη φορά, ότι αν ήταν απαραίτητο, θα αποτελούσαν για πάντα τα απομεινάρια του 20ου αιώνα. Αλλά δεν σταματούν εκεί, είναι ήδη απρόσωποι και ξεπερασμένοι από τις ίδιες τις καταστάσεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αφιερώνουν τον εαυτό τους, σε παράνομες δραστηριότητες. Αλλά αντί να αφιερώσουν τους εαυτούς τους σε παράνομες δραστηριότητες, που είναι τουλάχιστον της μόδας, όπως η πειρατεία σε υπολογιστές και προγράμματα, αυτοί συνεχίζουν να κλέβουν, να ληστεύουν και να σπρώχνουν ναρκωτικά. Με μια λέξη, δεν καταφέρνουν να λειτουργήσουν γνωστικά ή άυλα σε τίποτε, ούτε καν στο έγκλημα. Και όταν, όπως συχνά συμβαίνει, μαζί με μερικά άλλα εκατομμύρια ατόμων, φοράνε τα “μπλε κολάρα” και καθημερινά αντιμάχονται το κεφάλαιο στο πεδίο της εργασίας, φαντασιώνονται για τους εαυτούς τους ότι ακόμη έχουν, αν όχι ένα ιστορικό, τουλάχιστον έναν κοινωνικό ρόλο. Οι μεταμοντέρνοι φιλόσοφοι βιάζονται να τους φωνάξουν ότι πρέπει να σταματήσουν να ανησυχούν, γιατί παρόλο που μπορεί να μην το έχουν καταλάβει, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν πια. Όχι μόνο αυτό, αλλά όπως συχνά εξηγείται, γενικά, η αναζήτηση μιας ισχυρής ταυτότητας είναι κάτι ιστορικά απόλυτο, και υποκειμενικά μιλώντας, μια αντιδραστική διαδικασία, επειδή παρεμποδίζει τα ανατρεπτικά στοιχεία, τα οποία έχει εντάξει ο καπιταλισμός στην κυκλοφορία: την εποχή του ατόμου. Αλλά συμμετέχοντας ως άτομο είναι προϋπόθεση η δυνατότητα να είναι κανείς κάτι τέτοιο.

Στην παγκόσμια εποχή, όπως και σε κάθε άλλο μεγάλο μετασχηματισμό, εάν κάποιος κερδίζει, σίγουρα κάποιος άλλος χάνει. Εάν πολλοί, ακόμη όμως μειοψηφία, ενισχύονται από τις ευκαιρίες που παρέχει ο παγκόσμιος καπιταλισμός για να αποτινάξουν όλους τους περιορισμούς και να υιοθετήσουν την ελαφριά ταυτότητα του ελεύθερου ατόμου σε μια ελεύθερη αγορά, για την ζωή των περισσότερων οι προσδοκίες διαφέρουν. Το πεπρωμένο μπορεί να είναι μόνο αυτό του αιώνιου περιθωρίου. Και αυτή η θλιβερή ταυτότητα είναι η μόνη που “επιτρέπεται” να φέρει κάποιος.

Τι άραγε προσφέρει η δεξιά σε αυτές τις μάζες χωρίς ιστορία και μέλλον. Όχι πολλά για να πούμε την αλήθεια. Τους προσφέρει μια έννοια συλλογικότητας, που όσο παλιομοδίτικο κι αν ακούγεται αυτό, είναι κάτι σημαντικό. Πάνω από όλα τους προσφέρει έναν εχθρό. Οι ελίτ, αντιμετωπίζουν με κυνισμό και μια ειρωνική αδιαφορία την αποδοχή την οποία έχει το εννοιολογικό ζεύγος “φίλος /εχθρός” στον κόσμο, αποτελώντας και τη μοναδική εξαίρεση. Για να το θέσουμε απλά, η άκρα δεξιά, κατευθύνει το μίσος των περιφερειών απέναντι σε κάτι συμπαγές. Προσφέρει μια ταυτότητα και μια ελπίδα. Στην ουσία, λένε: Εάν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο σήμερα, οφείλεται σε αυτούς, τους κατοίκους του κέντρου, που έχουν τα λεφτά, τα μέσα και τη δύναμη που τα χρησιμοποιούν εναντίον μας. Αλλά δεν θα υποκύπτουμε για πολύ ακόμη. Υπάρχουμε και σύντομα θα πρέπει να το καταλάβουν. Η ιστορία πάντα κινείται από ένα “εμείς” που εναντιώνεται σε ένα “αυτοί”. Ποτέ δεν δραπετεύει από αυτή τη διάσταση. Η άκρα δεξιά, στις περιφέρειες, επινοεί ένα φτιαχτό εμείς, το οποίο με ένα τρόπο είναι σε θέση να στρέψει το μίσος σε μια ταυτότητα, σε ένα σχέδιο. Στις περιφέρειες δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλες εναλλακτικές. Χωρίς να έχει κανένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα, απλά επειδή δεν έχει κανένα ουσιαστικό αντίπαλο, η άκρα δεξιά βρίσκεται αναπάντεχα να μονοπωλεί τις αστικές περιφέρειες. Είναι γνωστό ότι για ένα μεγάλο διάστημα η αριστερά είχε εγκαταλείψει τη ρητορεία του σχήματος “εχθρός/φίλος”, τασσόμενη με οπτικές του κόσμου, όπου η φιλοσοφία της καλοσύνης, των καλών προθέσεων, κυριαρχούσε. Αντίθετα, χωρίς κανένα δισταγμό, υιοθέτησε το λόγο των ατόμων.

Η αριστερά δεν μπορεί να βοηθήσει, αλλά ταυτόχρονα έδειξε στον εαυτό της ότι την χωρίζει άβυσσος από τις μάζες της περιφέρειας. Μια σνομπίστικη στάση που παρόλη τη σύγχυση που τη διατρέχει, οι ανώνυμες μάζες την προσλαμβάνουν. Αυτοί οι “κόσμοι” δέχονται ελάχιστη προσοχή, πέρα από τα επιμέρους παραδείγματα, όπου πολιτικοί αγωνιστές, χωρίς το φόβο της μόλυνσης από τα βασικά ένστικτα των ανθρώπων, όπως στην περίπτωση των οπαδών της Λιβόρνο, οι οποίοι θεωρούνται από την αριστερά μια γραφική κατάσταση. Και αυτό που είναι αλήθεια για τις αστικές περιφέρειες, είναι ακόμη περισσότερο αλήθεια για τα γυμναστήρια, όπου το ναζιστικό lifestyle, εύκολα πέτυχε να είναι ηγεμονικό. Σε αυτή την περίπτωση ένας άρρωστα συγκαλυμμένος ακαδημαϊσμός, παρέδωσε αυτούς τους κόσμους στο βασίλειο της “γυμνής ζωής”, όπου όλοι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να δώσει κανείς σημασία.

Στην αποκήρυξη των πάντων, η αριστερά κατέληξε να θεωρεί απρόσφορο κάθε είδος οργανικής σύνδεσης με τους ανθρώπους, οι οποίοι εξ’ ορισμού δεν έχουν ιδιαίτερη παρουσία σε εξεζητημένα περιβάλλοντα, είτε οικονομικά, είτε διανοητικά. Στις αστικές περιφέρειες, η αριστερά γίνεται αντιληπτή χωρίς εξαιρετικές διαφορές, είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα του “κέντρου”, άνθρωποι που έρχονται από έξω, που ζουν μια “επίχρυση ζωή” στον κόσμο του μεσοαστικού εγκλεισμού, των ατομισμών, του τέλους της εργασίας και όλων των μετα-μετά καταστάσεων, αλλά που, τελικά, δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς όπου η καθημερινότητα είναι ένας αγώνας».

… Τα σχόλια δικά σας…

Advertisements

Όλοι εναντίον όλων

Έχασε τη ζωή του ένας 25χρονος. Ένας νεκρός και επτά τραυματίες πριν τον αγώνα βόλεϊ γυναικών ΠΑΟ-Ολυμπιακού.
Πως να ξεκινήσεις να σχολιάζεις το γεγονός; Και τι να πεις; Κατ’ αρχήν το αυτονόητο. Το παλικάρι πήγε εντελώς τζάμπα.

Από εκεί και πέρα, αφότου περάσουν λίγα λεπτά, ηρεμείς. Και προσπαθείς ν’ ανασυστήσεις όλο το σκηνικό. Πως να το κάνεις όμως, δίχως να υποπέσεις σε κοινωνιολογισμούς; Αδύνατον. Γιατί γνωρίζεις τα πραγματικά αίτια. Τα βαθύτερα. Αλλά τι παραπάνω να πεις;

Ότι, λογουχάρη, σε μια κοινωνία που τείνει να αποδομήσει κάθε έννοια συλλογικής ταυτότητας, ανθούν οι ψευδοταυτότητες και τα υποκατάστατα της συλλογικής ένταξης. Ότι εκεί εδράζεται η ανάπτυξη του χουλιγκανισμού;

Ότι σε μια κοινωνία που οι ρυθμοί της εξελίσσονται βίαια, σε μια κοινωνία που οι αναγκαιότητές της επιβάλλονται βίαια, όπου οι ανισότητές παροξύνονται και αποκλείουν βίαια, όπου βίαια ενσωματώνονται οι άνθρωποί της στον καθημερινό ρου, όπου η βία είναι συστατικό στοιχείο της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, σ’ αυτήν την κοινωνία η βία θα διαποτίζει ολοένα και περισσότερο την ατομική και την συλλογική μας συμπεριφορά. Ώσπου να καταλήξει η ζωή μας σαν το Σπιρτόκουτο του Οικονομίδη ή σαν την «φυσική κατάσταση» του Χόμπς. Πόλεμος όλων εναντίον όλων;

Ότι αυτός ο χουλιγκανισμός που είναι διαποτισμένος μ’ αυτήν βία, γίνεται αντικείμενο διαχείρισης από την δράκα των μεγαλοπροέδρων, γιατί στις πλάτες του παίζεται «παιχνίδι» με την «παράγκα»;

Ότι η αστυνόμευση και η καταστολή δεν μπορεί να δώσει την λύση, γιατί στην βία δεν απαντάς με βία;

Και εάν τα πεις, τότε τι παραπάνω θα έχει συμβεί;

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟ-ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Κουβεντιάζουμε στην Ελλάδα συχνά περί της κρίσης της παγκοσμιοποίησης. Περισσότερο απ’ όλα, έχουμε συνηθίσει να συζητάμε για την γεωπολιτική της διάσταση, για την άνοδο της Ρωσίας και της Κίνας, για την στροφή της Λατινικής Αμερικής ή για τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι Ισραηλινοί και οι Αμερικάνοι από την δραστηριότητα των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην Μέση Ανατολή.

Λιγότερο κουβεντιάζουμε την οικονομική και την κοινωνική της διάσταση. Πάντως, μας είναι γνωστή. Μιλάμε για νεοφιλελευθερισμό, για την καταλήστευση του Νότου από τον Βορρά, την συμπίεση των μισθών και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, για τις αβυσσαλέες κοινωνικές ανισότητες που όλα αυτά γεννούν σε πλανητικό επίπεδο. Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε, με τα φαινόμενα της γενικευένης ανομίας που τροφοδοτεί αυτή η κατάσταση στις μητροπόλεις όλου του πλανήτη, οι οποίες παραπαίουν μεταξύ της φτώχειας, της ανασφάλειας, της εγκληματικότητας αλλά και της επιτήρησης και της καταστολής.

Σήμερα, μια είδηση στο in.gr φωτίζει μιαν άλλη διάσταση της κρίσης, εξίσου σημαντική, την περιβαλλοντική. Σύμφωνα μ’ αυτήν είναι σίγουρο ότι κατά τον επόμενο αιώνα χρόνια το 2/3 τον μεγαλουπόλεων του πλανήτη-που είναι παράκτιες- θα απειληθούν από την άνοδο της στάθμης των ωκεανών, γεγονός που θα επηρεάσει γύρω στους 700 εκατομμύρια ανθρώπους

Για την περιβαλλοντική κρίση που βιώνουμε σήμερα οφείλεται η ρύπανση και η κατασπατάληση των φυσικών πόρων που υφίσταται ο πλανήτης υπό την κυριαρχία του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η ισορροπία του κλίματος τείνει να καταργηθεί πλήρως, ενώ κάθε χρόνο επιδεινώνονται οι προβλέψεις για το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Υπό την επίδραση αυτών των προβλέψεων, καθώς και των κινδύνων που επισείουν οι περιβαλλοντολόγοι για την εξάντληση των φυσικών πόρων, ακούμε ολοένα και περισσότερο για «περιβαλλοντικούς πρόσφυγες», για τους «πολέμους του νερού» και την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» που θα προκαλέσει η άνοδος της τιμή του πετρελαίου.

Στην βάση αυτών των εκτιμήσεων, ολοένα και περισσότερος κόσμος τείνει ν’ απορρίψει την κυρίαρχη λογική της οικονομικής ανάπτυξης, η οποία στηρίζεται στο δόγμα της αέναης μεγέθυνσης, όπως και τα σύγχρονα θέσφατα του πολιτισμού μας, αυτά του παραγωγισμού και της υπερκατανάλωσης. Εδώ και πολλά χρόνια, από την δεκαετία του 1970, έχει αναπτυχθεί στην Ευρώπη, την Νοτιοανατολική Ασία και την Λατινική Αμερική, σχολές σκέψης που ασκούν συστηματική κριτική σ’ αυτές τις τρεις θεμελιακές όψεις του σύγχρονου κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου, προκρίνοντας έναν κόσμο όπου η οικονομική μεγέθυνση δεν θα ταυτίζεται με την πρόοδο και η ευημερία δεν θα προσδιορίζεται στην βάση της παραγωγής και της κατανάλωσης των υλικών αγαθών.

Βεβαίως, αυτό το ρεύμα της κριτικής δεν αρκείται στο να υπαγορεύει την δομική αντίθεση μεταξύ του καπιταλισμού και της περιβαλλοντικής ισορροπίας. Εξ’ αρχής, η λογική της ανάπτυξης συσχετίστηκε με την διεύρυνση του οικονομικού χάσματος μεταξύ του Βορρά και του Νότου, καταγγέλθηκε ως η κύρια ιδεολογία μέσα από την οποία οι υπερεθνικοί οργανισμοί (και ιδιαίτερα η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ) προωθούσαν νέες μορφές αποικιοποίησης των «υπανάπτυκτων» χωρών και πολλά, πολλά άλλα ενδιαφέροντα και πολύ σημαντικά.

Ως μια πρώτη γνωριμία μ’ αυτό το ρεύμα σκέψης, ας παραθέσουμε μερικούς συνδέσμους που παραπέμπουν σε κείμενα που έχουν συγγράψει οι επιφανέστεροι εκπρόσωποί του και που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά:

Serge Latouche: Να τελειώνουμε μια για πάντα με την ανάπτυξη, Κοινωνία της Ποσότητας ή της Ποιότητας, Η ουτοπία είναι πράσινη, Τα όρια της ανάπτυξης.

Jean Marie Harribey: Η «αναιμία» της οικονομίας κι η «ανομία» της κοινωνίας

Για μια παρουσίαση του κινήματος της αντί-ανάπτυξης, βλέπε εδώ

Για μια κριτική στις θεωρητικές βάσεις της σύγχρονης οικονομίας μπορεί κανείς να ανατρέξει στον Νίκολας Γκεοργκέσκου Ρέγκεν

Για την «προδοσία» των διανοουμένων- Κατά Σαδδουκαίων

ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.

Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απ’ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδοΜάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν Κατά του πρίγκιπος
Οι Χριστιανοί νάχουνε δούλους Χριστιανούς.

Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντί σας ένας μάρτυρας
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατοuς εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά η πανοπλία-
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου ­
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ’ άλογά τους απ’ τον κάμπο μου.
δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους ύπατους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκιπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στεφάνους
οι πονηροί ρωμαίοι uπάλληλοι του αυτοκράτορος

τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλισή τους.

Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούρια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.

Μιχάλης Κατσαρός (Βεβαίως-Βεβαίως!)…

Έκθεση Ιδεών: Τα ιστολόγια

 (γραμμένη νεοτάξ, δίχως ειρμό).

Τα Ιστολόγια είναι μια αφαίρεση. Όσα κιλομπάιτ καταγράφονται στο εσωτερικό τους, άλλη τόση απώλεια πραγματικά βιωμένης επικοινωνίας έχουμε. Μιλάω/ Πλακώνομαι στο διαδίκτυο, σημαίνει δεν μιλάω /δεν πλακώνομαι με τον διπλανό μου. Τα ιστολόγια, δηλαδή, είναι προϊόντα της αποξένωσης των μητροπόλεων. Μιλάμε πολύ έτσι, γιατί τείνουμε να χάσουμε τον τρόπο να μιλάμε φυσιολογικά. Υπ’ αυτήν την έννοια, και με τον κίνδυνο να το παραξεφτιλίσουμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα ιστολόγια είναι έκφραση της δυστυχίας των μητροπολιτάνων. Δυστυχία που προκύπτει από την απώλεια των πραγματικών όρων της επικοινωνίας (‘ντάξει ρε αδερφέ, το καταλάβαμε!).  

Τα ιστολόγια είναι επίσης μια δυνατότητα. Που να τον πω τον κοινωνικοπολιτικόνε πόνο μου; Στου Λαμπράκη ή στου Τεγόπουλου; Ζούμε σε καιρούς δυνατών μονοπωλίων. Μονοπωλίων οικονομικών, πολιτικών, μονοπωλίων στην δυνατότητα να εκφράσεις μαζικά απόψεις. Στα υπάρχοντα πλαίσια δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Ζούμε σε δημοκρατίες της αγοράς, υπερκαταναλωτικές. Τούτο σημαίνει πως είναι πολύ της αγοράς και της κατανάλωσης και λίγο της δημοκρατίας. Όχι από επιλογή. Από ανάγκη. Γιατί αγορά και υπερκατανάλωση προϋποθέτει ένα γιγάντιο δίκτυο ελέγχου για την εξασφάλιση των προϋποθέσεων λειτουργίας και αναπαραγωγής. Σκεφτείτε λίγο.

Τι σημαίνει πηγαίνω με το φθηνό μου αμάξι να αγοράσω φθηνά προϊόντα στην αλυσίδα καταστημάτων. Σημαίνει την ύπαρξη ενός ολόκληρου Τρίτου κόσμου που παράγει φτηνά αμάξια και φτηνά προϊόντα. Προϋποθέτει μιαν ολόκληρη γεωπολιτική της εξασφάλισης των φυσικών πόρων για την παραγωγή τους, που σημαίνει σήμερα λογουχάρη πόλεμο στην Μέση Ανατολή. Χρειάζεται επίσης μια παγκόσμια ισοπεδωτική κουλτούρα που θα μας συντονίσει στους ρυθμούς της αέναης απόλαυσης των συγκεκριμένων υλικών αγαθών. Κι απαιτεί πάνω απ’ όλα την κυριαρχία μιας κοινής συνισταμένης πολιτικών δυνάμεων που θ’ αναλάβει να εξασφαλίσει όλα αυτά μέσα από την καταπίεση όλων των υπολοίπων.

Μας περιστοιχίζει, λοιπόν, μία γιγάντια αλυσίδα οι αρμοί των οποίων πρέπει πάση θυσία να παραμείνουν συνεκτικοί. Μια από αυτές απαιτεί τον έλεγχο του τι μπορεί να λεχτεί μαζικώς, και τι στις ταβέρνες, τα αμφιθέατρα ή τις πλατείες- μακριά από τα αυτιά των πολλών. Γι’ αυτό και η δημοκρατία μας, ο νόμος της, είναι το δίκιο της Πρεσβείας, του Κόκκαλη, του Λαμπράκη, των οικονομικών και των πολιτικών ελίτ.

Τα ιστολόγια είναι, επομένως, μια δυνατότητα γιατί συνιστούν μια ρωγμή σ’ αυτόν τον τοίχο της σιωπής. Μπορούμε, επομένως, να τα χρησιμοποιήσουμε. Κι ας είναι μια αφαίρεση. Εξ’ άλλου, εμείς οι αποκάτω σ’ αυτές τις κοινωνίες διαθέτουμε μόνο ταπεινά μέσα για να πολεμήσουμε τους αποπάνω. Ειδάλλως, θα τους είχαμε αποτελειώσει.  Αυτό λοιπόν το ταπεινό μέσο μπορεί να γίνει δύναμη στα χέρια μας. Αρκεί να θυμόμαστε την πραγματική του φύση, η οποία παράγει πολλές παθογένειες, στην συμπεριφορά την δικιά μας και των άλλων, που θα πρέπει να τις διαχειριστούμε και να τις ελαχιστοποιήσουμε.

Από εκεί και πέρα, όσο νοητή κι αν είναι αυτή η πραγματικότητα, δεν παύει να αναπαράγει την ελληνική. Κι ο Έλληνας έχει μια τάση- όταν μάλιστα βρίσκεται σε καθεστώς ανωνυμίας- να ξεδιπλώνει τον χειρότερό του εαυτό. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τον διαδικτυακό Έλληνα. Γι’ αυτό και τα ελληνικά ιστολόγια είναι θορυβώδη όσο λίγα. Και πολλές φορές αναλίσκονται στον θόρυβο, χάνοντας την ουσία των πραγμάτων.

Ας είναι. Όλα αυτά θα τα βρούμε στον δρόμο μας. Καλό είναι όμως να τον χαρτογραφήσουμε αρχικώς, για να ξέρουμε με τι θα ταλαιπωρηθούμε από εδώ και πέρα. Έτσι δεν είναι;