Byung-Chul Han | Κατάθλιψη και «κοινωνία της υπερκόπωσης»

Ο Byung-Chul Han είναι Κορεάτης συγγραφέας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (Σχολή Καλών Τεχνών). Έχει γράψει πάνω από 16 βιβλία εστιάζοντας την κριτική του σε όψεις και φαινόμενα της ύστερης νεωτερικότητας. Ένα από αυτά είναι και Η κοινωνία της υπερκόπωσης, ένα μικρό δοκίμιο που κυκλοφόρησε το 2015 και πραγματεύεται τα κοινωνικά αίτια της εξάπλωσης ψυχικών ασθενειών όπως η κατάθλιψη, το σύνδρομο διάσπασης προσοχής (ΔΕΠΙ), της διαταραχής της προσωπικότητας με την ανάδυση ενός ναρκισσιστικού υποκειμένου που αναπτύσσεται γύρω από την κυρίαρχη επιταγή του σύγχρονου κοινωνικού ασυνειδήτου «να είναι ο εαυτός του».  Η (πρόχειρη) μετάφραση που ακολουθεί, προέρχεται από το 2ο κεφάλαιο της Κοινωνίας της Κόπωσης, και επιγράφεται «Πέρα απ’ τις κοινωνίες του ελέγχου», όπου και αναπτύσσεται ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα αυτού του μικρού δοκιμίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Stadford University Press.

***

Πέρα απ’ την κοινωνία του ελέγχου

Η μοντέρνα κοινωνία δεν είναι πλέον ο πειθαρχικός κόσμος του Φουκώ γεμάτος νοσοκομεία, τρελλάδικα, φυλακές, στρατόπεδα και εργοστάσια. Εδώ και καιρό έχει αντικατασταθεί από ένα άλλο καθεστώς, μια κοινωνία γυμναστηρίων, ουρανοξυστών, τραπεζών, αεροδρομίων, εμπορικών κέντρων και γενετικών εργαστηρίων. Η κοινωνία του 21ου αιώνα δεν είναι πλέον μια πειθαρχική κοινωνία, αλλά μάλλον μια κοινωνία του επιτεύγματος [Leistungsgesellschaft]. Επίσης, όσοι την απαρτίζουν δεν είναι πλέον «υποκείμενα-υποταγής» αλλά «υποκείμενα-επιτευγμάτων». Είναι επιχειρηματίες του εαυτού τους. Τα τείχη των πειθαρχικών θεσμών, που διαχώριζαν το κανονικό από το αντικανονικό, φαντάζουν πλέον αρχαϊκά. Η ανάλυση του  Φουκώ για την εξουσία δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις ψυχικές και τοπολογικές αλλαγές που προκύπτουν καθώς η πειθαρχική κοινωνία μετασχηματίζεται σε κοινωνία του επιτεύγματος. Ούτε η συνηθισμένη επίκληση της έννοιας «κοινωνίας του ελέγχου» ανταποκρίνεται σε αυτήν την αλλαγή. Περιέχει ακόμα πολύ αρνητικότητα.

Η πειθαρχική κοινωνία είναι η κοινωνία της αρνητικότητας. Εκφράζεται μέσω της αρνητικότητας που εμπεριέχεται στην απαγόρευση. Το αρνητικό βοηθητικό ρήμα που την κυβερνάει είναι το «δεν μπορείς». Παρομοίως, η αρνητικότητα του καταναγκασμού εκφράζεται με το Πρέπει. Η κοινωνία του επιτεύγματος, ολοένα και πιο έντονα, βρίσκεται σε διαδικασία αποποίησης της αρνητικότητας, η οποία εγκαταλείπεται εξαιτίας της αυξανόμενης απορρύθμισης. Το απεριόριστο Μπορώ καθίσταται το θετικό βοηθητικό ρήμα της κοινωνίας του επιτεύγματος. Στην πληθυντική του μορφή –η κατάφαση του «Ναι, Μπορούμε»– ανακεφαλαιώνει τον προσανατολισμό αυτής της κοινωνίας προς την θετικότητα. Οι απαγορεύσεις, οι εντολές, ο νόμος αντικαθίστανται από πρότζεκτ, πρωτοβουλίες και δημιουργία κινήτρων. Η πειθαρχική κοινωνία κυβερνάται από το Όχι. Η αρνητικότητά της παράγει τρελούς και εγκληματίες. Σε αντίθεση με αυτήν, η κοινωνία του επιτεύγματος παράγει καταθλιπτικούς και ηττοπαθείς.

Σ’ ένα επίπεδο, η αλλαγή παραδείγματος, από την πειθαρχική κοινωνία στην κοινωνία του επιτεύγματος, επιβεβαιώνει και μια συνέχεια. Ξεκάθαρα, η τάση για την μεγιστοποίηση της παραγωγής παραμένει στο κοινωνικό ασυνείδητο. Από ένα σημείο της παραγωγικότητας κι έπειτα, οι πειθαρχικές τεχνολογίες –ή καλύτερα, το σύστημα των απαγορεύσεων– συναντάει τα όριά του. Για την περαιτέρω επιτάχυνση της παραγωγικότητας, το παράδειγμα της πειθαρχικότητας αντικαθίσταται από το παράδειγμα του επιτεύγματος, ή με άλλα λόγια με το θετικό σύστημα του Μπορώ· γιατί από ένα σημείο κι έπειτα η αρνητικότητα της απαγόρευσης αποτρέπει την περαιτέρω επέκταση. Η θετικότητα του Μπορώ είναι πολύ πιο αποδοτική από το Πρέπει. Γι’ αυτό και το κοινωνικό ασυνείδητο μεταστρέφεται από το Πρέπει στο Μπορώ. Το υποκείμενο του επιτεύγματος είναι εντατικότερο και πιο αποτελεσματικό από το υποκείμενου του ελέγχου. Ωστόσο το Μπορώ δεν υπερβαίνει το Πρέπει. Το υποκείμενο της υποταγής παραμένει πειθαρχημένο. Έχει πλέον ολοκληρώσει το στάδιο της πειθάρχησής του. Το Μπορώ αυξάνει τα επίπεδα της παραγωγικότητας, η οποία δεν παύει να αποτελεί τον στόχο της πειθαρχικής τεχνολογίας [ ]. Σε ό,τι έχει να κάνει με την αύξηση της παραγωγικότητας, καμία τομή δεν υφίσταται μεταξύ του Πρέπει και του μπορώ· επιβεβαιώνεται η συνέχεια.

Ο Άλαν Έρεμπεργκ εντοπίζει την εμφάνιση της κατάθλιψης κατά την μετάβαση από την κοινωνία του ελέγχου στην κοινωνία του επιτεύγματος:

Η κατάθλιψη ξεκινάει την ανάδυσή της όταν το πειθαρχικό μοντέλο των συμπεριφορών, οι κανόνες εξουσίας και η τήρηση των ταμπού που έδωσαν στις κοινωνικές τάξεις καθώς και στα φύλα ένα συγκεκριμένο πεπρωμένο, διαρρήχθηκαν από νόρμες που μας προσκαλούσαν να αναλάβουμε προσωπική πρωτοβουλία ώστε να απολαύσουμε το να «είμαστε οι εαυτοί μας»… Ο καταθλιπτικός εαυτός είναι ανίκανος να σταθεί αντάξιος του εαυτού του· έχει κουραστεί με το αναγκάζεται να είναι ο εαυτός του.[1]

Το πρόβλημα είναι ότι ο Έρενμπεργκ προσεγγίζει την κατάθλιψη μόνον απ’ την σκοπιά της οικονομίας του εαυτού· η κοινωνική επιταγή του να ανήκεις μόνον στον εαυτό σου μεταβάλει κάποιον σε καταθλιπτικό. Για τον Έρενμπεργκ, η κατάθλιψη συνιστά την παθολογική έκφραση της αποτυχίας του ανθρώπινου όντος της ύστερης νεωτερικότητας να γίνει ο εαυτός του. Ωστόσο, η κατάθλιψη προκύπτει επίσης από την χρεοκοπία του σχετίζεσθαι [Bindungsarmut], πράγμα που είναι ίδιον του αυξανόμενου κατακερματισμού και της εξατομίκευσης του βίου μέσα στην κοινωνία. Ο Έρενμπεργκ δεν δίνει καμία σημασία σε αυτήν την διάσταση της κατάθλιψης. Επίσης υπερτιμάει την συστημική βία που εγκολπώνεται στην κοινωνία του επιτεύγματος, η οποία προκαλεί ψυχικές επιπλοκές. Ωστόσο δεν είναι μόνο η επιταγή του να ανήκεις μόνον στον εαυτό σου, αλλά και η πίεση της επιτυχίας που προκαλεί αυτού του είδους της εξαντλητικής κατάθλιψης. Υπό αυτό το φως, το σύνδρομο της υπερκόπωσης δεν εκφράζει τον εξαντλημένο εαυτό, αλλά την εξαντλημένη, καμένη ψυχή. Σύμφωνα με τον Έρενμπεργκ, η κατάθλιψη εξαπλώνεται όταν οι εντολές και οι απαγορεύσεις της πειθαρχικής κοινωνίας δίνουν τη θέση τους στην αυτό-υπευθυνοποίηση και την πρωτοβουλία. Στην πραγματικότητα, δεν είναι η υπερβολική υπευθυνότητα και η πρωτοβουλία που μας κάνει άρρωστους, αλλά η προσταγή της επιτυχίας: Που αποτελεί και την νέα, υπέρτατη εντολή της κοινωνίας της εργασίας στην φάση της ύστερης νεωτερικότητας.

Ο υπεράνθρωπος του Νίτσε, ο κύριος του εαυτού του έχει καταστεί μαζικό φαινόμενο: Δεν υπάρχει τίποτα υπεράνω του που θα μπορούσε να του πει το ποιος θα έπρεπε να γίνει, γιατί έχει καταστεί μοναδικός ιδιοκτήτης του εαυτού του[2]

Στην πραγματικότητα ο Νίτσε θα έλεγε ότι ο τύπος ανθρώπου που βρίσκεται σε διαδικασία να πραγματοποιηθεί σε μαζική κλίμακα δεν είναι ο κυρίαρχος υπεράνθρωπος αλλά ο «τελευταίος άνθρωπος», εκείνος που δεν κάνει τίποτε άλλο πέρα από το να δουλεύει. Ο νέος τύπος ανθρώπου, που βρίσκεται εκτεθειμένος στην υπερβολική θετικότητα δίχως καμία άμυνα, στερείται κάθε αυτονομίας –και το κάνει αυτό εθελοντικά, δίχως εξωτερικούς καταναγκασμούς. Είναι ο διώκτης και το θήραμα ταυτόχρονα. Ο εαυτός, με την πλήρη σημασία της έννοιας, αντιπροσωπεύει ακόμα μια ανοσολογική κατηγορία. Ωστόσο, η κατάθλιψη υπερβαίνει κάθε ανοσολογικό σύστημα. Προκύπτει τη στιγμή που το υποκείμενο του επιτεύγματος δεν είναι πλέον ικανό να είναι ικανό [nicht mehr kφnnen kann]. Πρώτα και κύρια, η κατάθλιψη συνιστά δημιουργική κούραση και εξάντληση των ικανοτήτων [Schaffens- und Kφnnensmόdigkeit].

remote work burnout

Το παράπονο του καταθλιπτικού εαυτού, ότι «τίποτα δεν είναι εφικτό» αναδύεται μόνο σε μια κοινωνία που σκέφτεται ότι «τίποτε δεν είναι ανέφικτο». Το να μην-είσαι-ικανός-να-είσαι-πια-ικανός οδηγεί στην καταστροφική αυτό-επιτίμηση και στην αυτο-επιθετικότητα. Το υποκείμενο του επιτεύγματος βρίσκει τον εαυτό του να συγκρούεται μαζί του. Ο καταθλιπτικός έχει τραυματιστεί από έναν εσωτερικευμένο πόλεμο.

Η κατάθλιψη είναι η αρρώστια μιας κοινωνίας που υποφέρει από υπερβολική θετικότητα. Αντικατοπτρίζει μια ανθρωπότητα που έχει κηρύξει πόλεμο στον εαυτό της. Το υποκείμενο του επιτεύγματος παραμένει ελεύθερο από οποιαδήποτε εξωτερική έκφραση κυριαρχίας, δεν υπάγεται σε κανέναν –ή καλύτερα, μόνον στον εαυτό του. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο διαφέρει από το υποκείμενο της υποταγής. Ωστόσο, η εξαφάνιση της κυριαρχίας δεν επιφυλάσσει την ελευθερία. Αντίθετα, ταυτίζει την ελευθερία με τον περιορισμό. Έτσι, το υποκείμενο του επιτεύγματος παραδίδει τον εαυτό του σε μια καταναγκαστική ελευθερία –δηλαδή, στον ελεύθερο περιορισμό της μεγιστοποίησης του επιτεύγματος.[3] Η υπερβολή στην εργασία και τις επιδόσεις κλιμακώνεται σε αυτό-εκμετάλλευση, η οποία είναι πιο αποτελεσματική από την άλλο-εκμετάλλευση, εξαιτίας του αισθήματος της ελευθερίας που ενυπάρχει σε αυτήν. Ο εκμεταλλευτής είναι ταυτοχρόνως και ο εκμεταλλευόμενος. Ο θύτης και το θύμα δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν.

Αυτή η αυτό-αναφορικότητα παράγει μια παράδοξη ελευθερία, η οποία αιφνιδίως μετασχηματίζεται σε βία εξαιτίας των καταναγκαστικών δομών που κατοικούν μέσα της. Οι ψυχικές διαταραχές της κοινωνίας του επιτεύγματος αποτελούν τις παθολογικές εκφράσεις αυτής της παράδοξης ελευθερίας.

—————————-

Σημειώσεις:

[1] Alain Ehrenberg, Weariness of the Self: Diagnosing the History of Depression in the Contemporary Age, trans. Enrico Caouette, Jacob Homel, David Homel, and Don Winkler (Μόντρεαλ: McGill- Queen’s University Press, 2010), σελ. 4.

[2] Ό.π., σελ. 117.

[3] Η Ελευθερία, στην αυθεντική της σημασία, συνδέεται με την αρνητικότητα. Είναι πάντοτε ελευθερία από τους περιορισμούς που μας ασκεί ο ανοσολογικός Άλλος. Όταν η αρνητικότητα δίνει την θέση της στην υπερβολική θετικότητα, η έμφαση στην ελευθερία –που εξελίσσεται διαλεκτικά από άρνηση σε άρνηση– εκμηδενίζεται μαζί της.

Advertisements

Τετράδια της Καθημερινότητας | 05.05.2018 | Η Ευρώπη σε μετάβαση

Στις 05.05.2015, η εκπομπή «Τετράδια της Καθημερινότητας», καταπιάστηκε με τις σημαντικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο: Κρίση του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού, άνοδος του ευρωσκεπτικιστικού ρεύματος *** πανευρωπαϊκή εκλογική γεωγραφία: ποιά κόμματα του νέου αυτού κύματος κυβερνούν, και που, ποιά είναι στην αξιωματική αντιπολίτευση και πως ισχυροποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια *** αριστερόστροφος και δεξιόστροφος λαϊκισμός: η αντίθεση ευρωπαϊκού Βόρρα-Νότου *** κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά αίτια του ευρωσκεπτικιστικού κύματος *** Ακόμα, κρίση της δημοκρατίας και ισχυροποίηση των ολοκληρωτικών τάσεων: Η οικονομική απολυταρχία του φιλελεύθερου τεχνοκρατισμού, και απέναντί της, η άνοδος ενός νέου συγκεντρωτισμού, από τον Πούτιν μέχρι τον Τραμπ.

Ο Κριστόφ Γκιλουΐ και η ‘περιφερειακή Γαλλία’

Πλην ελαχίστων, και τιμητικών εξαιρέσεων, τα πιο αξιοσημείωτα έργα κοινωνικού και κοινωνιολογικού στοχασμού παράγονται στις μέρες μας έξω από τους τυπικούς θεσμούς της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Τα αίτια είναι πολλαπλά και θα πρέπει να αναζητηθούν στην συνάντηση πολλών σύγχρονων τάσεων οι οποίες αλληλο-τροφοδοτούνται: Κυριαρχία της «ενιαίας σκέψης» της παγκοσμιοποίησης στο ακαδημαϊκό περιβάλλον, ακραία τεχνοκρατικοποίηση αλλά και εμπορευματοποίηση της πνευματικής εργασίας –καθώς οι επιστημονικές επιθεωρήσεις έχουν μεταβάλει τα πανεπιστημιακά δοκίμια σε αγορά, απαιτώντας ένα αυστηρά ομογενοποιημένο στυλ γραφής που συχνά αφήνει χώρο μόνο στην μηχανιστική περιγραφή/αναπαραγωγή επιχειρημάτων προηγούμενων δημοσιεύσεων και την ίδια στιγμή απαιτεί την προκαταβολή εκατοντάδων, αν όχι και χιλιάδων ευρώ τόσο για την δημοσίευση κάποιου δοκιμίου (ιδίως αν ο ερευνητής είναι ανεξάρτητος και δεν καλύπτεται από τις συνδρομές που καταβάλλουν τα ιδρύματα) όσο και για να αποκτήσει πρόσβαση στα ήδη δημοσιοποιημένα παρ όλο που η δημοσίευσή τους έχει ήδη… πληρωθεί από τους συγγραφείς, ή τα ιδρύματα στα οποία είναι ενταγμένοι.

Μέσα από αυτό το σύστημα αναδύεται μια κλειστή τεχνοκρατική κάστα, η πνευματική αιμομιξία της οποίας σκοτώνει την πνευματική δημιουργία –γι’ αυτό και η ανάδυση αυτού του γιγαντιαίου και ολοένα περαιτέρω διευρυνόμενου χάσματος μεταξύ της πανεπιστημιακής σκέψης και της δημόσιας συζήτησης, γεγονός που υποβαθμίζει καίρια τον κοινωνικό ρόλο των ανθρωπιστικών επιστημών: Σε ό,τι αφορά στους ανθρωπιστικούς κλάδους, το πανεπιστήμιο έχει ιδρυματοποιηθεί ακραία.

Έτσι δεν είναι τυχαίο που, οι πιο ενδιαφέρουσες θεωρητικές αναλύσεις για τους νέους κοινωνικούς διαχωρισμούς και τις ανισότητες που αναδύονται μέσα στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες, προέρχονται από ανεξάρτητους στοχαστές και όχι πανεπιστημιακούς. Ένας από αυτούς είναι και ο Κριστόφ Γκιλουΐ, γεωγράφου, επί χρόνια εργαζόμενου στον κλάδο του real estate, το έργο του οποίου έχει προκαλέσει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση στην Γαλλία την τελευταία δεκαετία.

Επίκεντρο των αναλύσεων του Γκιλουΐ είναι η «περιφεριακή Γαλλία» [που είναι και ο τίτλος του πιο γνωστού του έργου], όρος που χρησιμοποιείται για να αποτυπώσει την σχάση που επέβαλε η παγκοσμιοποίηση στην γαλλική κοινωνία, η οποία τελεί χωρισμένη πλέον σε δυο παράλληλους και αντιθετικά εξελισσόμενους κόσμους.

Η νέα διαίρεση στο εσωτερικό της χώρας, είναι ταυτόχρονα κοινωνική-οικονομική, πολιτισμική και χωροταξική: Στο ένα της άκρο στέκεται η παγκόσμια πόλη (κυρίως, το Παρίσι στην γαλλική πραγματικότητα), οι περιοχές των ανερχόμενων μέσα στην παγκοσμιοποίηση στρωμάτων (οι bobos, μποέμ μπουρζουά), μάνατζερ και διευθυντές, στελέχη της ‘δημιουργικής βιομηχανίας’, επιχειρηματίες του ψηφιακού κόσμου, παράγοντες της βιομηχανίες του θεάματος. Μαζί τους, κι ο ‘αστερισμός των μειονοτήτων’ ένας εθνοτικά και πολιτισμικά κατακερματισμένο κόσμος ανειδίκευτων ή/και χαμηλά αμοιβόμενων μεταναστών, τους οποίους λίγο ως πολύ προσαρτούν οι πρώτοι στον κόσμο τους, ως ένα είδος ‘υπηρετικού προσωπικού’ προορισμένου να αναλάβει υπηρεσίες υποστήριξης, διασκέδασης και αναψυχής: Καθαριότητα, μεταφορές και ντελίβερι, εστίαση και διασκέδαση, φροντίδα στο σπίτι.

Οι μεν μονοπωλούν την ιδιωτική κατοικία, και εκτοξεύουν με τα τεράστια εισοδήματά τους τις τιμές τους –οι δε τις κρατικές κατοικίες, που στην Γαλλία διαμένει το 1/6 των νοικοκυριών, οι γειτονιές των οποίων βυθίζονται στον πολιτιστικό φατριασμό διαψεύδοντας πανηγυρικά τις προσδοκίες για μεταμόρφωση των φτωχών και μεσαίων γειτονιών των ευρωπαϊκών πόλεων σε τόπους συνάντησης και συνύπαρξης των διαφορετικοτήτων.

Στον αντίποδα βρίσκεται η «περιφέρεια», ο κόσμος των κατεστραμμένων από την παγκοσμιοποίηση: Κατεστραμμένοι γηγενείς εργάτες, και μικρομεσαίοι, συνταξιούχοι, μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, οι πρόγονοι των οποίων είχαν φτάσει στην Γαλλία κατά τον προηγούμενο αιώνα από διάφορες γωνιές της Ευρώπης, χειμαζόμενοι αγρότες, άνεργοι και επισφαλώς εργαζόμενοι νέοι.

Δυο κόσμοι που βιώνουν με διαφορετικό τρόπο τους μεγάλους μετασχηματισμούς που επέφερε η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η συνακόλουθη αποεδαφικοποιήση κεντρικών πολιτικών και οικονομικών κυκλωμάτων: Ως ευλογία, οι πρώτοι, ως κατακλυσμό και κατάρα, οι δεύτεροι, γεγονός που παράγει αμείλικτους πολιτικούς διαχωρισμούς οι οποίοι πάντοτε διαπλέκονται στενά με πολιτισμικές (τρόποι ζωής) και πολιτιστικές παραμέτρους.

Αποτέλεσμα εικόνας για La France peripherique

Σε αυτόν τον ακραίο διαχωρισμό μπορεί κανείς να αναζητήσει τα αίτια για την τρομερή ισχυροποίηση του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου, το οποίο έχει δημιουργήσει όρους πολιτικής ηγεμονίας στην «περιφερειακή Γαλλία» –αλλά και την ισχυροποίηση της λαϊκιστικής αριστεράς του Μελανσόν, η οποία επιθυμεί να ακολουθήσει το παράδειγμα των Ισπανών Ποδέμος.

Στην βάση του ίδιου διαχωρισμού, προκλήθηκε το Brexit, στην Μεγάλη Βρετανία, και παρομοίως, οι επιτυχίες του δεξιού, ακραίου ή/και συντηρητικού, ταυτοτικού ευρωσκεπτικισμού στην Ολλανδία, την Γερμανία, την Αυστρία και άλλες χώρες.

Δυστυχώς, επειδή ο Γκιλουΐ καταπιάνεται σε βάθος με την γαλλική πραγματικότητα –τα έργα του δεν έχουν μεταφραστεί ακόμα στ’ Αγγλικά, πόσο μάλλον στα Ελληνικά. Οι γαλλομαθείς μπορούν να βρουν μια μεγάλη γκάμα αναφορών, άρθρων και συνεντεύξεων στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου.

Υ.Γ. Ευχαριστώ την Χριστίνα Στ. που μου έμαθε τον Γκιλούϊ, και με παρακίνησε να ψάξω για το έργο του.

Εκπομπή Τετράδια της Καθημερινότητας | 26.04.2018

H εκπομπή Τετράδια της Καθημερινότητας ( κάθε Πέμπτη 6μ.μ. – 7μ.μ.) στο Enallaktiko Radiofono ασχολήθηκε στις 26.04.2018 κατά κύριο λόγω με το μεταναστευτικό ζήτημα, με αφορμή τα όσα συνέβησαν στην Μυτιλήνη πριν από μερικές μέρες. Ποιοί είναι οι κοινωνικοί και πολιτικοί αυτοματισμοί οι οποίοι κλιμακώνουν και μαζικοποιούν τέτοιες στάσεις και συμπεριφορές; *** Γιατί εδώ και πάνω από 10 χρόνια η αντιμεταναστευτική ακροδεξιά καταλήγει να ηγεμονεύει πολιτικά των ζητημάτων που άπτονται του μεταναστευτικού αδιεξόδου;*** Ποιές είναι οι βασικές παράμετροι οι οποίες οδηγούν σε αυτό το αδιέξοδο και υπάρχει άραγε απάντηση σε αυτό;

1η Απριλίου 1955

Σαν σήμερα ξεκίνησε ο αντιαποικιακός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων της Κύπρου, ο οποίος αναλαμβάνοντας να πραγματώσει το συντριπτικό αίτημα (95,7% στο δημοψήφισμα του 1950) για ένωσης της αγγλοκρατούμενης Κύπρου με την Ελλάδα, έγραψε μερικές από τις τελευταίες ένδοξες σελίδες της αντιστασιακής ιστορίας του ελληνικού λαού:Ένας παλλαϊκός αγώνας που κατάφερε το μέχρι τότε στρατηγικά ακατόρθωτο, της διενέργειας ένοπλης πάλης εναντίον της μεγαλύτερης –τότε– αποικιακής δύναμης της Ευρώπης σε νησί, το οποίο δεν διέθετε μάλιστα σημαντικούς ορεινούς όγκους που θα επέτρεπαν την εύκολή του ανάπτυξη και επιπροσθέτως είχε να αντιμετωπίσει τις πολύ προηγμένες τεχνικές ελέγχου και αντιεξέγερσης που είχε αναπτύξει η Βρετανία, η δύναμη εκείνη που με την δραστηριότητά της έδωσε το περιεχόμενο που ξέρουμε όλοι στην έννοια του ιμπεριαλισμού.

Μια κουρδική παροιμία, βγαλμένη μέσα από την αντάρτικη παράδοση αυτού του λαού λέει «το βουνό είναι ο μόνος φίλος των Κούρδων». Όπως γράφτηκε και παραπάνω, οι Κύπριοι δεν είχαν την τύχη, από την ίδια την γεωμορφολογία, να έχουν έναν έναν τέτοιο πολύτιμο φίλο. Ούτε διέθεταν την επαρχιακή ενδοχώρα των Αλγερίνων επαναστατών, που τους επέτρεπε την αναδίπλωση και την προετοιμασία ώστε να καταφέρουν τα πλήγματα που κατάφεραν εναντίον των Γάλλων στο Αλγέρι.

Αντί αυτών, επεξεργάστηκαν την στρατηγική της «παθητικής αντίστασης», αξιοποιώντας το 75% του πληθυσμού σ’ ένα δίκτυο που οργανώθηκε σύμφωνα με την τακτική των Λιλιπούτειων του γνωστού παραμυθιού του Ιωνάθαν Σουΐφτ.

«Ἐγώ πάλι μέσα στό πλῆθος διακλαδίζομαι/ἡ θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στό πλῆθος» έγραφε ο Γιώργος Κατσαρός το 1953. Αυτή ακριβώς ήταν η τακτική του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ: Διακλαδίζονταν μέσα στο πλήθος, μετέβαλε κάθε σπίτι, κάθε αυλή, κάθε σχολείο σε προγεφύρωμα της εθνικοαπελευθερωτικής δραστηριότητας.

Σελίδες απίστευτου ηρωϊσμού γράφτηκαν στο πλαίσιο αυτού του Αγώνα. Δεν υπάρχει ελληνική πόλη που να μην έχει ονοματοδοτήσει δρόμο προς τιμήν των μαρτύρων του. Όλοι έχουμε περπατήσει σε μιαν Αυξεντίου, Παλλικαρίδη, Μάτση, Καραολή & Δημήτριου…

Σε αντίθεση με την τότε ελληνική κυβέρνηση, και τις οικονομικές ελίτ, που παρέμειναν δέσμιες της αγγλοφιλίας τους κατά την διάρκεια αυτού του αγώνα, και εκτέθηκαν για τους πολιτικο-οικονομικούς τους δεσμούς με την αποικιοκρατία εγκαταλείποντας τους Έλληνες της Κύπρου, σύσσωμος ο λαός αγκάλιασε τον αγώνα τους. Η ελλαδική αριστερά, μάλιστα, σε αντίθεση με την κυπριακή που επέλεξε ουσιαστικά να συμπράξει με την αγγλοκρατία δημιουργώντας έτσι την ιστορική πρωτοτυπία μιας φιλοαποικιακής αριστεράς, βγήκε στους δρόμους και πρωτοστάτησε στα αιματοβαμμένα συλλαλητήρια καταφέρνοντας έτσι να βγει από την απομόνωση του εμφυλίου, αναλαμβάνοντας και πάλι μετά την εθνική αντίσταση ρόλο πατριωτικό. Επί της ουσίας όμως, το ελλαδικό κίνημα συμπαράστασης ήταν αυθόρμητο, κοινωνικό, έβγαινε από τα σπλάχνα του λαού και δεν υπάκουε σε πολιτική καθοδήγηση.

Το πολιτικό και ηθικό αποτύπωμα του κυπριακού αγώνα, όμως, δεν παρέμεινε στα όρια του ελληνισμού. Θα συμπαρασύρει ένα διεθνές κίνημα υποστήριξης, όπου, για μια από τις τελευταίες φορές η αντιστασιακή δραστηριότητα του ελληνισμού θα τροφοδοτήσει έναν φιλελληνισμό που συγκινείται από την νέα έκφραση του αγώνα για την Ελευθερία.  Αξίζει κανείς να διαβάσει τα φλογερά λόγια με τα οποία ο Αλμπέρ Καμύ δραστηριοποίηθηκε για να δοθεί χάρη στον καταδικασμένο από τους Άγγλους σε θάνατο, Μιχάλη Καραολή:

«…Εδώ και λίγες εβδομάδες η επαναστατημένη Κύπρος έχει αποκτήσει τον ήρωα της στο πρόσωπο του νεαρού Κύπριου σπουδαστή Μιχάλη Καραολή που καταδικάστηκε από τα βρετανικά δικαστήρια σε θάνατο με τη μέθοδο του απαγχονισμού. Στο ευτυχισμένο εκείνο νησί οπού γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι άνθρωποι πεθαίνουν σήμερα και μάλιστα με τρόπο φρικιαστικό. Για μια ακόμη φορά, η ταπεινή διεκδίκηση ενός λαού που παρέμεινε για χρόνια βουβή και αναχαιτίστηκε μόλις θέλησε να εκδηλωθεί, ξεσπά τώρα σε εξέγερση. Για μια ακόμη φορά, της εξέγερσης είχε προηγηθεί η τυφλή καταπίεση. Για μια ακόμη φορά, οι αρχές Κατοχής που διατράνωναν ότι κυριαρχική τους φροντίδα ήταν η τάξη, αναγκάζονται να εγκαταστήσουν τα δικαστήριά τους και να κάνουν ακόμη μεγαλύτερη μια καταπίεση που δε θα φέρει άλλο αποτέλεσμα παρά τον πολλαπλασιασμό των εξεγέρσεων. [ ] Δε θα κρύψω, από πλευράς μου, τα αισθήματα τρυφερότητας και αγάπης που μου γεννά ο ελληνικός λαός, που, όπως ό ίδιος διαπίστωσα, είναι μαζί με τον ισπανικό απ’ τους λαούς εκείνους που θα χρειαστεί στο μέλλον η βάρβαρη Ευρώπη για να δημιουργήσει ξανά έναν πολιτισμό».

Τον μεγαλύτερο όμως αντίκτυπο το κυπριακό κίνημα το είχε στο πλαίσιο του ευρύτερου αντιαποικιακού κινήματος. Οι Ιρλανδοί το αγκάλιασαν αμέσως, και στενοί δεσμοί αλληλεγγύης θα γεννηθούν στις φυλακές της Αγγλίας, μεταξύ των αγωνιστών της ΕΟΚΑ και του IRA. Ο Τσε και ο Κάστρο, επίσης, θα διδαχθούν από τις τακτικές της ΕΟΚΑ για να οργανώσουν το δικό τους αντάρτικο στην Κούβα, πράγμα που είπε ο τελευταίος μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Η καθολική αποδοχή, επομένως, για το δίκαιο και το ηρωικό αυτού αγώνα ήταν αναντίρρητο ιστορικό γεγονός, το οποίο τονίζει μεταξύ άλλων και ο Ναζίμ Χικμέτ, ο οποίος σε μήνυμα που απευθύνει στους Τούρκους της Κύπρου γράφει μεταξύ άλλων: «Δεν υπάρχει κανένα ζήτημα για την ελληνικότητα της νήσου. Η πλειοψηφία των κατοίκων της είναι Έλληνες και δίκαια αγωνίζονται για την Ένωσιν της νήσου με την Ελλάδα».

Σήμερα, ωστόσο,  δεν είναι.

Η κυρίαρχη νεοελλαδίτικη και νεοκυπριακή αντίληψη, εργαλειοποιώντας την εσωτερική αντιπαράθεση σε εμφυλιακό σύνδρομο, έχει κατασκευάσει μια «μεταπραγματικότητα», στην οποία μεταξύ άλλων επιχειρείται η αποδόμηση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου προτάσσοντας ως κύριο τεκμήριο για την απαξίωσή του, την συμμετοχή του στρατιωτικού της ηγέτη Γεώργιου Γρίβα στην κατοχική «Χ», η οποία στην αντιπαράθεσή της με το ΕΑΜ έφτασε το 1944 ακόμα και να συμπράττει με την πνέουσα τα λοίσθια γερμανική κατοχική διοίκηση.

Αυτό το αφήγημα αγνοεί ένα μεγάλο δίδαγμα που παραδίδει η ίδια η ιστορία, ότι οι διαδρομές της δεν γνωρίζουν ‘ευθείες γραμμές’ καθώς οι συγκυρίες της δύνανται να μεταμορφώσουν τον ρόλο ιστορικών προσωπικοτήτων –που μπορεί σε ένα δοσμένο πλαίσιο να λειτούργησαν ως «διάβολοι» και στο άλλο ως «άγγελοι» για να θυμηθούμε και την περίφημη ρήση του Καραϊσκάκη.

Ψιλά γράμματα για τον τύπο του ‘παραταξιακού ανθρώπου’ που κυριαρχεί σήμερα στις δύο κοινωνίες. Η ιστορία τους, που μπορεί να είναι αντιφατική, τραγική μα ταυτόχρονα έχει κληροδοτήσει ένα μεγαλειώδες αντιστασιακό απόθεμα αγώνων για την Ελευθερία, δεν μπορεί να χωρέσει στην φατριαστική του νοοτροπία, που λειτουργεί έχοντας ως καύσιμο μονολιθικά μανιχαϊστικά σχήματα ολοκληρωτικού τύπου. Παρεμπιπτόντως, το ίδιο εμφυλιακό σύνδρομο, η επικράτησή του μέσα στον ελληνισμό, θα κατασπαταλήσει το θετικό απόθεμα αυτού του αγώνα, πυροδοτώντας μια θανάσιμη αλληλουχία γεγονότων, η οποία θα οδηγήσει 19 χρόνια μετά στην τραγωδία της τουρκικής εισβολής και κατοχής της Κύπρου.

Έτσι, τις τελευταίες δεκαετίες έχει επικρατήσει ώστε την 1η Απριλίου να θυμόμαστε περισσότερο το έθιμο με την παιγνιώδη ανταλλαγή ανώδυνων ψεμάτων, παρά την επέτειο όπου ξεκίνησε ο αγώνας όπου ένας μικρός λαός θα αντιτάξει τα δίκαιά του απέναντι στον γίγαντα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας.

Γιατί κάθε τύπος ανθρώπου, κάθε τύπος κοινωνίας αναδεικνύει τα έθιμα που της ταιριάζουν.

Ένα σχόλιο για την ίδρυση της Θεσσαλονίκης

Γράφει ο Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος στο βιβλίο του Ιστορία της Θεσσαλονίκης:

«Χάρη στην εξαιρετική της θέση, όπως είπαμε, η Θεσσαλονίκη αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα. Μολαταύτα πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους εξακολουθεί να είναι η Πέλλα και ούτε γίνεται λόγος για μετάθεσή της στη Θεσσαλονίκη. […] Επομένως η Θεσσαλονίκη παραμένει ένα επίνειο της Πέλλας: είναι η βάση του εμπορικού και του πολεμικού ναυτικού της. Πραγματικά το λιμάνι της άνετα μπορούσε να χωρέσει τους μεγάλους μακεδονικούς στόλους.

Η εμπορική της εξέλιξη πρέπει να ήταν γρήγορη και μεγάλη. Καράβια από κάθε γωνιά του Αιγαίου, από τις ακτές της Συρίας, της Φοινίκης, της Αιγύπτου και από άλλα μέρη ξεφόρτωναν στοπ λιμάνι τα προϊόντα των ξένων χωρών. Οι ναυτικοί ή και άλλοι ταξιδιώτες, Έλληνες και ξένοι γίνονται φορείς των στοιχείων νέων πολιτισμών, νέων θρησκευτικών δοξασιών κ.λ. Έτσι π.χ. στη Θεσσαλονίκη διαπιστώνουμε νωρίς τη λατρεία των αιγυπτιακών θεών Σάραπη και Ίσιδας. Των θεών αυτών ανακαλύφθηκε τυχαία –τρία χρόνια μετά τη μεγάλη πυρκαϊά του 1917 κατά τις εργασίες της αποχωματώσεως για τη διαχάραξη νέων δρόμων –λατρευτικός χώρος (μικρός ναός εν ‘παραστάσει’ ή πρόστυλος, τμήμα στοάς και διάφορα άλλα κτίσματα) στη διαγώνιο Βαρδαρίου – Διοικητηρίου προς τις καπναποθήκες». (1).

Η εποχή όπου αναδύεται η τάση για την αναψηλάφηση της ιστορίας της πόλης, δηλαδή η σημερινή εποχή, σφραγίζεται με την ανάδυση προπαγανδιστικών ιδεολογημάτων που θέλουν την ‘παγκοσμιοποίηση’ να αντιδιαστέλλεται απόλυτα με το έθνος, την εθνική ταυτότητα, καθώς και την ιστορική διαδρομή των εθνών. Ένας οδοστρωτήρας έρχεται να σαρώσει, υποτίθεται, το «αφήγημα» της ελληνικής Θεσσαλονίκης –η οποία ψευδώς και παραπλανητικά ταυτίζεται με τον απόλυτο επαρχιωτισμό, το ‘κλείσιμο στον εαυτό’ και τον συντηρητισμό– για να αναδείξει, τάχα, τον «πολυπολιτισμικό αντίποδα» ενός εξωτικού οθωμανικού παρελθόντος, το οποίο υποτίθεται ότι διατράνωσε σε ύψιστο βαθμό την σημασία της διαφορετικότητας, την υβριδικότητα –η εποχή που υπηρέτησε όσο καμία το ιδεώδες της εθνοτικά ανάμεικτης πόλης κ.ο.κ.

Χρειάζεται πολύ θράσος, αμάθεια, ιδεοληψία, ολοκληρωτική απουσία ιστορικής συνείδησης (2), βλακεία, και μια ιδιοτέλεια πολλαπλών κινήτρων –ή πάλι, ένα μείγμα όλων αυτών– για να υποστηρίξει κανείς ότι το άπαρτχαιντ του  ‘μιλέτ’, καθώς και τα άλλα αποτρόπαια μνημεία της ακραία δεσποτικής κυριαρχίας των Οθωμανών αντιπροσώπευαν κάποια θετική μορφή συνύπαρξης.

Δυστυχώς, υπάρχει μπόλικο από αυτό το μείγμα στα πανεπιστήμια, στις συνάξεις των ντόπιων ελίτ, στο δημαρχιακό μέγαρο, και στις… καταλήψεις ώστε αυτή η άποψη να κυριαρχεί σε αυτούς τους χώρους τουλάχιστον την τελευταία 20ετία. Ωστόσο, κι ευτυχώς, ο ιστορικός ορίζοντας αυτής της πόλης υπερβαίνει την συντριπτική διάθεση ενός χυδαίου κομφορμισμού τον οποίον επιδεικνύουν οι τωρινές ελίτ -είτε μιλάμε για το κατεστημένο, είτε δυστυχώς για το ‘αντι-κατεστημένο’ αυτής της πόλης.

Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, ιδρύθηκε ως επίνειο της Πέλλας, της ιστορικής πρωτεύουσας μιας ‘ελληνιστικής κοινής’, δηλαδή μιας διεθνούς πολιτιστικής κατά κύριο λόγο κοινότητας που κληροδότησε η εκστρατεία του Αλεξάνδρου στην ιστορία, για την οποία ο φιλόσοφος Κώστας Παπαϊωάννου έχει γράψει ότι αντιπροσωπεύει «τη μεγαλύτερη διεθνή κοινότητα που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης» (3).

Ας μην πάει ο νους, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο υπό την επίδραση αυτού του μείγματος το οποίο και περιγράψαμε παραπάνω, στο κακό ενός πρώιμου ‘ιμπεριαλισμού’ (sic!), ο οποίος εγκαινιάστηκε από την δράση μιας ιστορικής προσωπικότητας τον οποίον αρέσκονται να καταγγέλλουν στα μπαρ διάφοροι ψευτοψαγμένοι ως «σφαγέα» –ρίχνοντας νερό στον μύλο ενός υπαρκτού ιδεολογικού μηχανισμού, που έχει πραγματική επίδραση, ιδίως στα μυαλά των νεώτερων γενεών. Η «μεγαλύτερη διεθνή κοινότητα που γνώριζε ποτέ ο πλανήτης» ήταν διασπασμένη πολιτικά, συγκροτήθηκε ως ένα μωσαϊκό ελληνιστικών η ακόμα και ελληνίζοντων βασιλείων –εξάλλου ο ελληνικός πολιτισμός ποτέ δεν ανέπτυξε μια κάποια έφεση στην κρατική συγκρότηση (state-building), γεγονός το οποίο σήμερα πληρώνουμε ακριβά, για εντελώς διαφορετικούς λόγους από εκείνους που αναλύει το παρόν σημείωμα. Ήταν, λοιπόν, μια ‘κοινότητα πολιτισμών’ η οποία και πάλι όμως δεν είχε ως κυρίαρχο το στοιχείο της επιβολής. Σημειώνει ο Κώστας Παπαϊωάννου:

«Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρήσουμε πως η υιοθέτηση ενός κοσμοπολιτισμού με ελληνιστική χροιά οδήγησε στην απορρόφηση των λαών της Ανατολής από το ελληνικό πνεύμα. Ο ελληνισμός πήρε διαφορετική μορφή στις βουδιστικές χώρες και στο Ιράν, στην Αίγυπτο και τη Συρία, στη Ρώμη ή το Βυζάντιο: υπό την επίδραση των ελληνικών τρόπων σκέψης και έκφρασης ο κάθε λαός οδηγήθηκε, –θα τολμούσαμε να πούμε: εξαναγκάστηκε– να ξανασκεφτεί στα ελληνικά την ίδια του την υπόσταση– και να συναγάγει τις ανάλογες συνέπειες». (4)

Ψηφιδωτό σε αρχαία συναγωγή όπου απεικονίζεται ο Μ. Αλέξανδρος να συναντάει Εβραίο ιερέα

Ως ένα επίνειο, λοιπόν, αυτής της «κοινής» συγκροτείται και η Θεσσαλονίκη στα 316 π.Χ. Εξ ου και ο λατρευτικός χώρος της Σάραπις και της Ίσιδας «στη διαγώνιο Βαρδαρίου – Διοικητηρίου προς τις καπναποθήκες» (5), που γράφει ο Βακαλόπουλος.

Οι κάθε λογής εκφράσεις εθνομηδενισμού μπορούν άνετα, τώρα, να βυθιστούν σε υστερία: Προφανώς και η Θεσσαλονίκη δεν έγινε μια πόλη με ανοιχτούς, και διεθνοποιημένους τους ορίζοντές της, επειδή κατακτήθηκε από το επεκτατικό σύστημα της Ανατολής, που την έκλεισε στο πλαίσιο της τετράστενης κυριαρχίας του, μεταβάλλοντάς την σ’ ένα παθητικά διεθνοποιημένο χώρο, κατακερματισμένο στο εσωτερικό του από τον εθνοτικό φατριασμό στον οποίο τον υπέβαλλε η Οθωμανική κυριαρχία – προϊόν ενός ληστρικού επεκτατισμού που ξεπήδησε από τις επιδρομές νομάδων της κεντροανατολικής Ασίας.

Γεννήθηκε ως πόλη ανοιχτών οριζόντων επειδή ακριβώς ήταν προϊόν του ελληνικού πολιτισμού. Ο οποίος και με το οικουμενικό του άπλωμα, κληροδότησε στον κόσμο μια »κοινή» και όχι μια «αποκλειστική». Σε αντιδιαστολή, για παράδειγμα, με το τυχοδιωκτικό κρεσέντο της δυτικής επέκτασης, το οποίο κατέληξε στην ύβρη της παγκοσμιοποίησης, και συνακόλουθα στην σημερινή νέμεση ενός κόσμου ο οποίος είναι είναι έτοιμος να καταρρεύσει από τις αντιθέσεις που η ίδια παρόξυνε.

Εισηγητική, λοιπόν, η ελληνική –ελληνιστική κατά την ίδρυσή της– Θεσσαλονίκη ενός άλλου τρόπου ‘ανοίγματος’ στους διεθνείς ορίζοντες, ο οποίος επιτρέπει την ανάπτυξη της αμοιβαιότητας και όχι την διεύρυνση ενός πλαισίου υποταγής. Γεγονός το οποίο, εξάλλου, επιβεβαιώνεται τόσο στην ελληνορωμαϊκή της περίοδο, όσο και στην Βυζαντινή.

———–

Σημειώσεις:

(1) Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 23.

(2) Δεν πάει πολύς καιρός που, συζητώντας με μια αρχαιολόγο που σήμερα κάνει το μεταπτυχιακό της, την άκουσα έκπληκτος να υποστηρίζει ως τεκμήριο για την απόρριψη ολόκληρου του οικείου μεσαιωνικού πολιτισμού πως:  «Οι Βυζαντινοί είχαν δεισιδαιμονίες, αν κρίνουμε από τα φυλαχτά και τα λογιών ξόρκια που συναντούμε στους τάφους τους». Κι όμως, εκπαιδεύτηκε σε τέτοιο βαθμό από τα σύγχρονα ιστορικά ιδρύματα για να θρυμματίζει κάθε ιστορική προοπτική μέσα σε μια αντίληψη απόλυτης παροντικότητας ώστε δεν είναι να απορεί κανείς για το ότι έκρινε το τότε με τους όρους του σήμερα, και χειρότερα, τους πεθαμένους με τα κριτήρια των σύγχρονων ζωντανών της. Και για να αξιολογήσει σωστά την πανάρχαια συνήθεια τοποθέτησης φυλακτών, αναθημάτων και άλλων προσωπικών αντικειμένων του θανόντος στον τάφο του, βέβαια, ούτε λόγος, παρ όλο που κανονικά αυτές τις γνώσεις τις κατέχει κι ένας 1ετής φοιτητής κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Αναρωτιέται κανείς με θλίψη, το τι αρχαιολογικό έργο θα παράγουν αυτοί οι άνθρωποι σαν έρθει η σειρά τους να αναλάβουν την πραγματοποίηση των ανασκαφών του μέλλοντος ή μάλλον σκέφτεται ότι δεν απέχουμε πολύ από το να καταντήσει και η αρχαιολογία matrix.

Όσο για τους καθηγητές και της καθηγήτριές της, είναι απίστευτο το γεγονός ότι οι άνθρωποι που καταστρέφουν κάθε έννοια ιστορικής προοπτικής από την συνείδηση των φοιτητών τους, είναι οι ίδιοι εκείνοι που αυτοπροβάλλονται, αντιπροσωπεύοντας το σύστημα και την πραγματική εξουσία μέσα στα πανεπιστήμια, ως αμύντορες της ιστορικής συνείδησης, απέναντι στην υποτιθέμενη στρέβλωση που της προκαλεί η εθνική μνήμη (sic!).

(3) Κώστας Παπαϊωάννου, Η κληρονομιά του Αλεξάνδρου, μετάφραση: Χριστίνας Σταματοπούλου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2013, σελ. 20.

(4) ό.π., σελ. 32.

(5) Συνεχίζει ο Απ. Βακαλόπουλος: «Τόσο τα υπολείμματα του Σαράπειου, όσο και του οικοδομήματος με την υπόγεια κρύπτη, είναι σήμερα σκεπασμένα και απρόσιτα για πάντα στον φιλομαθή επισκέπτη,, γιατί επάνω από τον πρώτο περνά ο δρόμος της διαγωνίου Βαρδαρίου-Διοικητηρίου, ενώ πάνω στο δεύτερο έχει κτιστεί μια ιδιωτική οικοδομή». Αν θα θέλαμε κάποτε να διαμορφώσουμε μια πόλη που υπηρετεί και συνεχίζει οργανικά την εξέλιξή της, και δεν την ανακόπτει βίαια ακολουθώντας τις επιταγές οποιουδήποτε επεκτατισμού, είτε μιλάμε για κάποιο γεωπολιτικό σύστημα, είτε για τον σύγχρονο οικονομικό ολοκληρωτισμό, αυτή η οικοδομή θα πρεπε να κατεδαφιστεί, μαζί με την παράκαμψη του δρόμου, ώστε να αποκαλυφθεί ένα μνημείο της ελληνιστικής Θεσσαλονίκης…

φωτομουσικοί αντανακλαστικοί συνειρμοί

Αυτή η φωτογραφία:

Μου θύμισε αυτό το τραγούδι:

Βλέποντας για μια ακόμη φορά την εικόνα του δίσκου, σκέφτομαι ότι θα μπορούσε και να απεικονίζει την όψη του κόσμου μας ολόκληρου, σήμερα, αντί για την υδρόγειο, αφού αυτός κλείστηκε σ’ ένα «πλανητικό εργοστάσιο»:

Down well trodden corridors into the valley of steel
What a surprise
A look of terminal shock in your eyes
Now things are really what they seem
No, this is no bad dream

Καλοβιδωμένοι διάδρομοι στην κοιλάδα του ατσαλιού

ωματιέκπληξη!

Η αίσθηση ενός αφυπνιστικού σοκ στα μάτια σου

Τώρα τα πράγματα είναι όπως φαίνονται

κι όχι σαν σε κακό όνειρο…

«Φο-μι-Τζιν, τι θα ‘κανες στ’ αλήθεια;»

«Το τραπέζι στο οποίο ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα απόλαυσε ένα παραδοσιακό πιάτο με βιετναμέζικα νουντλς και παγωμένη μπίρα σε ένα μικρό λαϊκό εστιατόριο του Ανόι έχει μπει σε βιτρίνα και έχει γίνει πόλος έλξης τουριστών και περαστικών» –διαβάζεις σήμερα το πρωί στο in.gr, και βλέπεις από κάτω την σχετική εικόνα όπου το μικρό λαϊκό εστιατόριο το έχει μεταβάλει σε έκθεμα.

Έξω βρέχει. Στην αγορά επικρατεί ησυχία. Κοιτάς έξω από το παράθυρο, και σκέφτεσαι τις δεκαετίες να γυρνούν σα σε καρουζέλ του Λούνα Παρκ: Τον Χο, τον στρατηγό Γκιάπ, και τους βιετκόνγκ που αθόρυβα περικύκλωναν τους περικυκλωτές τους, το βίντεο με τους τελευταίους Aμερικάνους να επιβιβάζονται στο ελικόπτερο από την ταράτσα της αμερικάνικης πρεσβείας, μέσα της δεκαετίας του ’70.

Σκέφτεσαι την επικράτηση, την επανάσταση που έγινε καθημερινότητα, για να υποταχθεί κι αυτή με την σειρά της στις δικές της αμείλικτες αναγκαιότητες, γιατί όταν φτάνει -εξάλλου- η έφοδος στον ουρανό στον πολυπόθητο προορισμό, τότε αυτός παύει να ‘ναι ουρανός: «Γιεσένιν/Μαγιακόφσκι/αδελφοί που τερματίσατε/δεν αγαπήσατε/τα ήρεμα βράδια/τον καφέ/τις συζητήσεις/δεν είχατε σε ποιόν να επιτεθείτε», έγραφε ο Μιχάλης Κατσαρός.

Έτσι και το εκεί καθεστώς, στ’ όνομα βέβαια της συνέχειάς του, γνώρισε και ακολούθησε την παγκοσμιοποίηση, «μεταμορφώθηκε στο πρόσωπο του εχθρού» για να τον αντιμετωπίσει: «Ο σύντροφος τάδε», έγραφε σ’ ένα κείμενο της Le Monde λίγους μήνες πριν, «μέλος του κόμματος που δίνει την μάχη στο μέτωπο του ενδύματος»: Ο Κομισάριος δημοσίων σχέσεων σύστηνε στον Γάλλο δημοσιογράφο τον γενικό διευθυντή αλυσσίδας 5 εργοστασίων παραγωγής της πολυεθνικής ενδυμάτων GAP. Αυτός ήταν πλέον ο «σύντροφος που δίνει την μάχη στο μέτωπο του ενδύματος».

κατ***

Ο Κάδμος για την αρχαία ελληνική μυθολογία, είναι ο ιδρυτής της Θήβας. Επέλεξε το σημείο της, ακολουθώντας μια αγελάδα που αποκόπηκε από το κοπάδι του Πελάγοντα. Εκεί που στάθηκε η αγελάδα να ξεκουραστεί, ο Κάδμος έχτισε την Ακρόπολη της Θήβας, την Καδμεία. Ο τόπος, όμως, είχε έλλειψη νερού. Οι σύντροφοι του Κάδμου έπειτα από περιπλάνηση κατάφεραν να βρουν μια πηγή, φυλάσσονταν ωστόσο από έναν δράκο που σκότωνε όποιον την προσέγγιζε. Ο δράκος τυραννούσε έτσι την πόλη, και ο Κάδμος αναγκάστηκε και πάλεψε μανιασμένα με το θηρίο,  καταφέρνοντας τελικά να το σκοτώσει. Μόλις το έκανε, στάθηκε από πάνω του για να το περιεργαστεί. Τότε μια φωνή ακούστηκε, από ψηλά να του λέει: «Γιατί, γυιέ του Αγήνορα, κοιτάς το ερπετό που σκότωσες; Κι εσύ, μια μέρα, θα πάρεις τέτοια μορφή». 

 

Εκπομπή ‘τετράδια της καθημερινότητας’ – 15 Μαρτίου 2018

Η εκπομπή Θραύσματα/Σημειώσεις -Πέμπτη 6.μ.μ. με 7.00+ ανακαινίζεται (μεδίχωςεξοικονομώ). Μετονομάζεται σε ‘Τετράδια Καθημερινότητας’, και αποκτάει ιστολόγιο (skatzoxoiros.wordpress.com) όπου θα δημοσιεύονται τα ηχητικά και τα κείμενά της.

Σήμερα, λοιπόν, στην εκπομπή: Ποδοσφαιροκρατία… « εκεί που η Τραγωδία διαπαιδαγωγούσε τους Αθηναίους πολίτες στην Δίκη, το ποδόσφαιρο διαπαιδαγωγεί τους νεοέλληνες στην στρεψοδικία» *** Γουέντι Ρενέ ένας θησαυρός της Soul του ’60 –η μουσική και οι μουσικοί τότε και σήμερα –το πνεύμα δυο εποχών *** «ω μην το πεις / οι παλιές ιδέες / τα παλιά τραγούδια / για πάντα φύγαν»: Το επώδυνο ‘τέλος’ μιας ολόκληρης εποχής για την Ελλάδα, μπροστά στα μάτια μας, μέσα στον πάταγο και την οχλοβοή των καιρών…

Ποδοσφαιροκρατία

Ποδοσφαιροκρατία

Αν η κλασική αθηναϊκή αυτοκυβερνώμενη κοινωνία θεατροκρατούνταν, σύμφωνα με την διατύπωση του Πλάτωνα, και την αξεπέραστη ανάλυση του Κώστα Παπαϊωάννου, δηλαδή, βάσιζε στο υψηλής έκφρασης θεατρικό παιχνίδι της τραγωδίας την συλλογική πνευματική αυτο-ανάλυση όλων των κεντρικών σημασιών μέσω των οποίων όριζε την σχέση με τον εαυτό της και με τον κόσμο, η σύγχρονή μας ελληνική κοινωνία ποδοσφαιροκρατείται.

Με τη μέθεξή της σε αυτό το άθλημα, το οποίο έχει μετεξελιχθεί πια σε μια υπερ-επιχειρηματική εκσυγχρονισμένη αρένα με όλην την αδιαφάνεια και το γκανγκστερικό χαρακτήρα που χαρακτηρίζει την σύγχρονη χρηματοπιστωτικά κυριαρχούμενη και εδώ παρασιτική οικονομία, οι Έλληνες βιώνουν το δίκαιο και το άδικο, το θεμιτό και το αθέμιτο —όλες εκείνες τις αξίες που δίνουν ρυθμό στη σημερινή μορφή του συλλογικού μας βίου.

Έτσι, εκεί που η Τραγωδία διαπαιδαγωγούσε τους Αθηναίους πολίτες στην Δίκη, το ποδόσφαιρο διαπαιδαγωγεί τους νεοέλληνες στην στρεψοδικία, καθώς το αίσθημα του δικαίου έχει υποκατασταθεί από έναν οπαδικό πατριωτισμό, για τον οποίον «ο σκοπός αγιάζει πάντοτε τα μέσα» και «η κόλαση είναι πάντοτε οι άλλοι».

Στην γενική ‘παιδαγωγική’ λειτουργία του ποδοσφαίρου βρίσκεται το μυστικό της παντοδύναμης δημοφιλίας του. Η οποία άλλωστε του έχει επιτρέψει να υποδουλώσει ακόμα και αυτήν την πολιτική, την άλλοτε, κατά την δεκαετία του 1980 πανταχού παρόυσα πολιτική –τότε που σε κάθε σπίτι, από ραδιόφωνα και ασπρόμαυρες τηλεοράσεις αντηχούσαν στις πολυκατοικίες και τις αυλές οι θυελλώδεις κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις με τις φιγούρες των ηγετών του τότε διπολισμού να αντιπροσωπεύουν ένα είδος ημίθεου. Με τον ίδιο τρόπο που αργότερα έγιναν ημίθεοι οι ποδοσφαιριστές, και σήμερα οι πρόεδροι των αθλητικών σωματείων, τώρα που για μια σειρά λόγων που δεν μας αφορούν εδώ, το αγωνιστικό επίπεδο καταβαραθρώθηκε στα ελληνικά γήπεδα, και οι τύχες του πρωταθλήματος κρίνονται μάλλον εξωαγωνιστικά.

Στις φιγούρες λοιπόν του Μαρινάκη, του Σαββίδη, του Δημήτρη Γιαννακόπουλου (aka dpg) και του Μελισσανίδη, στην εξωθεσμική και πολλές φορές αντιθεσμική τους δραστηριότητα, στις αξίες που πρεσβεύει ο αδιαφανής υπερπλουτισμός τους, στην εξουσία που εκπέμπουν, ρευστοποιημένη στα πλήθη των πιστών-οπαδών, στην σωρεία των κάθε είδους σελέμπριτι, πολιτικών και μη, που συνωστίζονται δίπλα τους για μια φωτογραφία, στην αποθέωση του λούμπεν και του gangsta, καθρεφτίζεται όλη η ψυχοσύνθεση της σημερινής κοινωνίας, οι νοοτροπίες, και οι κυρίαρχες συμπεριφορές της.

Στον Ολυμπιακό  θα δει κανείς πως, λογουχάρη, έχει εκφυλιστεί το λαϊκό ήθος της «Δραπετσώνας» που άλλοτε τραγουδούσε ο Μπιθικώτσης· στους προσφυγικούς ΠΑΟΚ και ΑΕΚ, πως ο «καημός της Ρωμιοσύνης» έχει καταπέσει σε εργαλείο συμμορίτικης αντεκδίκησης· στον Παναθηναϊκό πως η κουλτούρα της ΛΜΑΤ (Λούμπεν Μεγαλοαστική Τάξη) έχει κατισχύσει μέσα στις τάξεις των πλούσιων αστών έναντι κάθε έκφρασης υψηλού φρονήματος.

Λείπει η ποίηση το τραγούδι, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος –οι μόνες εκφράσεις του πνεύματος που θα μπορούσαν να τα συζητήσουν όλα αυτά δείχνοντας στην κοινωνία πως καθρεφτίζεται το πρόσωπό της. Λείπει και η κωμωδία ώστε να αποκαλύψει την ακραία κατάπτωση δείχνοντας την γελοία ουσία των πραγμάτων για τα οποία αυτή η κοινωνία είναι έτοιμη να αλληλοσκοτωθεί.

Και ελλείψει όλων αυτών, περνιούνται και τεχνηέντως προβάλλονται ως πρωτοπορία οι καταθλιπτικές στηλιζαρισμένες ακαταληψίες ενός Λάνθιμου ή χειρότερα οι διάφορες εκδοχές οι οποίες αφηγούνται μονότονα τα διάφορα στερεότυπα και τα υποκριτικώς ευαίσθητα ιδεολογήματα του One World.

Θα είχε ένα ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε για το ψυχολογικό σοκ του κόσμου που διαπαιδαγωγείται από το ποδόσφαιρο, καθώς κι εκείνου που συγκροτείται από αυτά τα θλιβερά υποκατάστατα πρωτοποριών, όταν έρθει σε πρόσκρουση με το νεο οθωμανικό έθνος του Ταγίπ Ερντογάν, που βλέπει τους μιναρέδες σαν τις λόγχες που στοχεύουν στις καρδιές των απίστων…